ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΙΣ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Ἱερομονάχου Συμεὼν Σιναΐτου

23 Σεπτεμβρίου 2020
ἀνεθεωρήθη ἐκτενῶς: 30 Αὐγούστου 2021

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Περὶ τῆς χρονικῆς τοποθετήσεως τοῦ βίου τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου καὶ συγγραφέως τῆς Κλίμακος, δὲν ὑπάρχουν μέχρι σήμερα ἀπολύτως ἀκριβῆ τεκμήρια. Κατὰ τὸν 20ο κυρίως αἰῶνα ἔχουν διατυπωθεῖ διάφορες ὑποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως συνήθως στηρίζονται σὲ ἀποσπασματικὰ στοιχεῖα, ποὺ μᾶλλον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται πιὸ ἰσχυρὰ ἀπὸ ὅσο εἶναι πραγματικά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ὑποθέσεις αὐτὲς καλύπτουν ἕνα εὖρος ἀπὸ τὸ 600 μ.Χ. μέχρι τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνος γιὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου. Ἡ παροῦσα ἐργασία ἔχει ὁδηγηθεῖ σὲ μιὰ πρόταση σύμφωνη πρὸς τὶς πηγὲς ἀλλὰ καὶ τὰ νεώτερα ἀρχαιολογικὰ καὶ λοιπὰ ἐπιστημονικὰ πορίσματα, συνδυάζοντας ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ γνωστὰ στοιχεῖα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν χρονικὴ τοποθέτησή του. Τὰ στοιχεῖα αὐτά, μολονότι κρίνονται ἀνεπαρκῆ ἐὰν ἐξετασθοῦν ἀνεξαρτήτως, συγκροτοῦν ὅμως ἕνα ὁμοιογενὲς πλέγμα καθὼς ἀλληλοσυμπληρώνονται, ὁδηγώντας πολὺ φυσιολογικὰ σὲ μιὰ ἀρκετὰ συγκεκριμένη χρυσῆ τομή.

Ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι στὸ παρὸν ἐγχείρημα μᾶς παρεκίνησε καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς μας στὸ ὄρος Σινᾶ, ἡ ὁποία συχνὰ ἀπορρίπτει αὐτομάτως τρόπον τινὰ ὁρισμένες ἀπόψεις ἢ ἰδέες, ὅσο προσεκτικὰ καὶ ἂν ἔχουν στηθεῖ ἐξ ἀπόψεως βιβλιογραφικῆς. Θεωρήσαμε λοιπὸν χρέος μας νὰ καταθέσουμε μιὰ πρόταση ποὺ ἀφενὸς μὲν νὰ εἶναι ἐπιστημονικῶς ἄρτια καὶ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ ἐμπεριστατωμένη, ἀφετέρου δὲ νὰ περνᾶ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ φίλτρο αὐτὸ τοῦ σιναϊτικοῦ βιώματος, τὸ ὁποῖο μᾶς ἐπιτρέπει ἀνεπιτήδευτα νὰ μελετήσουμε τὸ ζήτημα μέσα στὸν δικό του τόπο, μὲ τὶς ἰδιαίτερες συνθῆκες ποὺ δημιουργεῖ ἡ κουλτούρα τῶν μελετωμένων προσώπων καὶ τῆς ὁποίας φορέας τυγχάνει ἡ ἀδιάσπαστη ἀνὰ τοὺς αἰῶνες σιναϊτικὴ μοναχικὴ παράδοση· κάτι τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ καμία ἄλλη μέθοδο.

Αἰτούμενοι τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγάλου Ἁγίου τοῦ Σινᾶ, παραθέτουμε λοιπὸν μιὰ πρόταση, μὲ σκοπὸ μιὰ ἐλάχιστη συμβολὴ στὴν οἰκοδόμηση τῆς ἀναγκαίας ἱστορικῆς γνώσεως.[1]


ΙΣΤΟΡΙΚΟ - ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Οἱ ἀπαρχὲς τοῦ Σιναϊτικοῦ Μοναχισμοῦ ἀνιχνεύονται στὰ μέσα τοῦ 3ου αἰῶνος, ὅταν οἱ ὁσιομάρτυρες Γαλακτίων καὶ Ἐπιστήμη ἐγκαταβιώνουν σὲ ἀνδρικὴ καὶ γυναικεία σκήτη, στὸ ὄρος ποὺ ὀρθώνεται ἔναντι τοῦ ὄρους Χωρήβ. Μετὰ τὸ διάταγμα τῆς ἀνεξιθρησκίας τοῦ 313 μ.Χ, οἱ Σιναΐτες μοναχοί, δίχως πλέον τὸν φόβο τῶν διωγμῶν, ὀργανώνουν τὴν ζωή τους μὲ κεντρικὸ ἄξονα τὴν ἁγία Βάτο. Ὁ «πύργος τῆς ἁγίας Ἑλένης», ἀμυντικὸς πύργος τοῦ 4ου αἰῶνος ποὺ σώζεται μέχρι σήμερα, ἐπιβεβαιώνει τὴν οἴκηση τῆς περιοχῆς ἀπὸ μοναστικὴ κοινότητα μὲ ἱκανὸ ἀριθμὸ Μοναχῶν. Στὸ Ὁδοιπορικό της (383-4 μ.Χ.) ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία (ἢ Αἰγερία) μνημονεύει μεταξὺ ἄλλων ναὸ στὴν ἁγία Κορυφὴ τοῦ Σινᾶ, ἀλλὰ καὶ στὴν τοποθεσία τῆς ἁγίας Βάτου, ὁ ὁποῖος μάλιστα περιεβάλλετο ἀπὸ ὡραῖο κῆπο καὶ διέθετε νερό. Ἐπίσης, ἀπὸ τὸν 4ο αἰῶνα καὶ στὰ πλαίσια τῆς ρωμαϊκῆς κυριαρχίας, ἀνθεῖ στὴν Φαρὰν χριστιανικὴ πόλις μὲ ἐπισκοπικὴ ἕδρα.

Μετὰ ἀπὸ σειρὰ ὁμαδικῶν σφαγῶν Μοναχῶν κατὰ τὸν 4ο καὶ 5ο αἰῶνα, οἱ Σιναΐτες πείθουν τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ Α´ (527-565) νὰ τοὺς κτίσει κάστρο. Τὸ φρουριακὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα μὲ τὴν περίλαμπρη βασιλική του περιέκλεισε τὴν ἁγία Βάτο, τὸ πηγάδι τοῦ Μωυσέως καὶ τὸν πύργο τῆς ἁγίας Ἑλένης, ὡς ἐπέκταση καὶ ὀχύρωση τῆς ἤδη ὑπαρχούσης μοναστικῆς κοινότητος, ἡ ὁποία διέθετε καὶ πρωτύτερα Ἡγούμενο καὶ κυριακό. Ἡ οἰκοδόμησις τῶν βασικῶν ἰουστινιάνειων κτισμάτων ὁλοκληρώθηκε μεταξύ 548 καὶ λίγο πρὶν τὸ 560 μ.Χ. [i]  Ἡ Μονὴ τῆς Βάτου ἔμελλε νὰ καταστεῖ ἔκτοτε τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ὄχι μόνο τοῦ σιναϊτικοῦ Μοναχισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁποιασδήποτε σχετικῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης.[2]

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος εἶναι κατὰ γενικὴ ὁμολογία ἡ σημαντικότερη μορφὴ τοῦ Σιναϊτικοῦ Μοναχισμοῦ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἡ ὑψίστη πνευματικότητα καὶ ἡ ἁγιότητά του προδίδονται μὲ τὴν πλέον ζωηρὴ ἐνάργεια ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ πόνημά του, τὸ σημαντικότερο ἀσκητικὸ σύγγραμα τῆς χριστιανοσύνης, ποὺ διαβάστηκε ἄπληστα ἀπὸ τοὺς Μοναχοὺς ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἐπιπέδων, καὶ θαυμάστηκε ἀπεριόριστα ἀπὸ ἀμέτρητα πλήθη λογίων, ἐπιστημόνων καὶ ἁπλῶν ἀνθρώπων. Στὴν Ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπηύθυνε ὁ ἡγούμενος τῆς Ραϊθοῦ Ἰωάννης, ἀλλὰ καὶ στὸν Βίο του, συγγραφέντα παρὰ τοῦ μοναχοῦ Δανιὴλ Ραϊθηνοῦ, ἀποτυπώνεται γλαφυρὰ ἡ ἐκτίμηση καὶ ὁ ἀπροκάλυπτος θαυμασμὸς ποὺ ἔτρεφαν γι᾿ αὐτὸν ἀκόμη ἐν ζωῇ οἱ συνασκητές του. «Τῷ ὑπερφυεστάτῳ καὶ ἰσαγγέλῳ πατρὶ πατέρων καὶ διδασκάλῳ τῷ ὑπὲρ λίαν», «ὡς κοινῷ πάντων πατρί, πρεσβυτέρῳ τε παρὰ πάντας ἓν τε τῇ ἀσκήσει καὶ τῇ ἀγχινοίᾳ καὶ διδασκάλῳ ἀρίστῳ», «ἐπιστεῖλαι ἡμῖν τοῖς ἀμαθέσιν ἅπερ ἐν τῇ θεοπτίᾳ κατὰ τὸν πάλαι Μωσέα ἐν τῷ αὐτῷ ὄρει τεθέασαι», «τῇ θεορρήμονί σου γλώττῃ», «ὡς μέγας καθηγητὴς ἀληθῶς», τοῦ γράφει ὁ Ἰωάννης τῆς Ραϊθοῦ. «Νεοφανῆ τινα Μωσέα» τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Δανιὴλ ἐν μέσῳ πλείστων ἄλλων ἐγκωμίων, ὁ ὁποῖος «τὸν ἄδυτον ὑπελθὼν γνόφον, τὴν θεοτύπωτον δέχεται … νομοθεσίαν καὶ θεωρίαν», καὶ ὡς «νέος οὗτος θεόπτης τοῦ Σιναίου … ὑπέδειξεν ἡμῖν καὶ αὐτὸς τὰς θεογράφους αὐτοῦ πλάκας».

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ

Τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ χρησιμοποιήσουμε γιὰ τὴν χρονικὴ τοποθέτηση τοῦ ὁσίου Ἰωάννου χωρίζονται σὲ 4 κατηγορίες: α) αὐτὰ ποὺ σαφῶς ἀναφέρονται στὸ πρόσωπό του ἢ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο, β) αὐτὰ ποὺ δὲν διευκρινίζουν ρητῶς τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ θεωρεῖται βέβαιο ὅτι ἀναφέρονται σὲ αὐτόν, γ) αὐτὰ ποὺ πιθανολογεῖται ὅτι τὸν ἀφοροῦν καὶ δ) παράπλευρες πηγές.

Στὴν α΄ κατηγορία ἀνήκει ἡ Κλῖμαξ,[ii]  συμπεριλαμβανομένων (μαζὶ μὲ τὸ καθαυτὸ ἔργο) τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου τῆς Ραϊθοῦς, τῆς ἀπαντητικῆς ἐπιστολῆς-«ἀντιγράμματος» τοῦ Ἁγίου πρὸς ἐκεῖνον καὶ τοῦ Βίου του (συγγραφέντος παρὰ Δανιὴλ Ραϊθηνοῦ). Στὴν β΄ κατηγορία ἀνήκουν οἱ Διηγήσεις τοῦ μοναχοῦ Ἀναστασίου Σιναΐτου[iii], μιὰ συλλογὴ περιστατικῶν ποὺ ἔλαβαν χώρα στὸ ὄρος Σινᾶ, κυρίως κατὰ τὸν 6ο καὶ 7ο αἰῶνα. Ἀρκετὲς ἐξ αὐτῶν ὁ Ἀναστάσιος ἀφιερώνει στὸν «ἡγούμενο Ἰωάννη», τὸν ὁποῖο ἀποκαλεῖ ἐπίσης «ὅσιο», «ὁσιώτατο», «πατέρα ἡμῶν», «ἡγούμενο ἡμῶν». Στὴν γ΄ κατηγορία ἀνήκει τὸ Μωσαϊκὸ τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα Ρώμης Γρηγορίου Α΄ τοῦ Διαλόγου καὶ ἡ ἐγχάρακτη κτιτορικὴ ἐπιγραφὴ στὴν πυλίδα τῆς ἀναβάσεως πρὸς τὴν ἁγία Κορυφή. Στὴν δ΄ κατηγορία ἀνήκουν μερικὲς ἀπὸ τὶς προαναφερθεῖσες Διηγήσεις τοῦ Ἀναστασίου ποὺ ἀναφέρονται σὲ ἄλλα πρόσωπα, καθὼς καὶ τὸ Λειμωνάριον[iv] τοῦ Ἰωάννου Μόσχου, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν μετέπειτα Πατριάρχη Ἱεροσολύμων ἅγιο Σωφρόνιο ἔζησε στὸ Σινᾶ γιὰ μιὰ δεκαετία, περίπου 583-593 μ.Χ.[v] Στὴν τελευταία αὐτὴν κατηγορία ἐντάσσουμε καὶ τὶς Ἐρωταποκρίσεις τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου Σιναΐτου (ὅσες ἀποδίδονται στὸν Ἀναστάσιο Γ΄ Νικαίας[vi]) ποὺ ἀναπαράγουν χωρία τῆς Κλίμακος.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΕΚ ΤΗΣ Α΄ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Τὰ σαφῆ δεδομένα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὶς τρεῖς πηγὲς τῆς α’ κατηγορίας εἶναι τὰ ἑξῆς: Ὁ ὅσιος Ἰωάννης προσέρχεται στὸ ὄρος Σινᾶ σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν καὶ ὑποτάσσεται σὲ κάποιον Γέροντα. Σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν, ἐκλιπόντος τοῦ Γέροντος, ἐγκαθίσταται στὴν κοιλάδα τοῦ Θωλᾶ, ὅπου διάγει τὰ ἑπόμενα 40 περίπου ἔτη τῆς ζωῆς του. Τέλος (στὴν ἡλικία τῶν 59 περίπου ἐτῶν), ἀναβιβάζεται διὰ τῆς βίας στὸν ἡγουμενικὸ θρόνο τῆς ἰουστινιάνειας Μονῆς, ποὺ στὴν Κλίμακα ὀνομάζεται «κάστρο». Τὴν Κλίμακα συγγράφει κατὰ τὴν διάρκεια τόσο τῆς παραμονῆς του στὸν Θωλᾶ[3], ὅσο καὶ τῆς ἡγουμενίας του.[4] Τὸ τέλος τοῦ βίου του τὸν εὑρίσκει στὴν θέση τοῦ ἡγουμένου.[5]

Ὁ ἡγούμενος τῆς Ραϊθοῦ Ἰωάννης ζητᾶ μὲ Ἐπιστολή του ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη νὰ ἀποστείλει στὴν δική του συνοδία λόγο διδασκαλίας περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τὸν ἐκλιπαρεῖ μὲ ὑπερβάλλουσα συστολὴ καὶ δέος, ἀπευθυνόμενος στὴν ἰδιότητά του ὡς «κοινοῦ πάντων πατρός», ὡς Ἡγουμένου τοῦ ὄρους Σινᾶ, καὶ γνωρίζοντας προφανῶς ὅτι διαθέτει στὰ χέρια του πλούσιο ὑλικό, καρπὸ τῆς συγγραφικῆς του δραστηριότητος τῶν προηγουμένων 10ετιῶν. Ὁ Ἅγιος πάλι συμπληρώνει τώρα τὰ γραπτά του μὲ ὅσα κρίνει ἀπαραίτητα, καθὼς καὶ κάποια πρόσφατα περιστατικά, συνοδεύοντας πολλὰ ἐξ αὐτῶν μὲ προσωπικὲς πλέον προσφωνήσεις πρὸς τὸν συνώνυμό του. Ὀργανώνει τὸ σύγγραμά του κατὰ θέματα, τὸ κατακλείει μὲ ἕναν Λόγο ποὺ ἀπευθύνεται εἰδικῶς «πρὸς τὸν Ποιμένα» καὶ τὸ ἀποστέλλει στὴν Ραϊθώ.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΒΑΪΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΡΣΕΛΑΪΤΗΣ

Ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος ἀναφέρει στὴν Κλίμακα ὅτι ἐγνώρισε δύο μεγάλους Ἀσκητὲς τῆς σιναϊτικῆς ἐρήμου, τὸν Ἰωάννη Σαβαΐτη καὶ τὸν Γεώργιο Ἀρσιλαΐτη (sic), περιγραφομένους πλέον ὡς κεκοιμημένους. Οἱ δύο αὐτὲς μορφὲς θὰ μᾶς χρησιμεύσουν στὴν ἐπιχείρηση τῆς χρονολογήσεως. Διὰ μὲν τὸν Ἰωάννη Σαβαΐτη ἀναφέρει ὅτι τοῦ εἶχε διηγηθεῖ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ζωή του στὴν Μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα καὶ στὴν Ἀσία γενικῶς, ὅπου ἔζησε γιὰ λίγες 10ετίες. Προφανῶς στὸ Σινᾶ ἦλθε σὲ ὥριμη ἡλικία καὶ ἤδη φθασμένος πνευματικά. Ὁ Ἅγιός μας γράφει γι᾿ αὐτόν: «ἡ μακαρία αὐτοῦ ψυχή» (§Δ111) καὶ «ὁ ὅσιος» (§Δ113), δηλώνοντας ἔτσι ρητῶς ὅτι ἦταν ἤδη ἀποθανών.

Ὁ ὅσιος Γεώργιος ἐπίσης, ἀποκαλούμενος στὴν Κλίμακα «γέρων ἅγιος» καὶ τὸν ὁποῖον ὁ Ραϊθηνὸς Ἡγούμενος «οὐδόλως ἠγνόηκεν» (σὲ παρελθοντικὸ χρόνο, σύμφωνα μὲ τὸ κριτικὸ κείμενο), θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ θεωρεῖται μὲ βεβαιότητα θανών.[6] Ἐξάλλου, κατὰ τὰ λεγόμενα εἰς τὴν Κλίμακα, «ἐδίδαξε» τὸν ὅσιο Ἰωάννη (§ΚΖβ22), ἀφήνοντας χωρὶς ἀμφιβολία νὰ ἐννοηθεῖ μιὰ σεβαστὴ διαφορὰ ἡλικίας. Ἡ μεγάλη χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ προφανὲς γεγονὸς τῆς κοιμήσεως ἀκόμη καὶ τοῦ ὑποτακτικοῦ τοῦ ἀββᾶ Γεωργίου, τὸν ὁποῖο ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὀνομάζει ἀπροκάλυπτα «ἀχρεῖα ψυχή». Στὶς Διηγήσεις τοῦ Ἀναστασίου (βλ. παρακάτω), ὁ ἀββᾶς Γεώργιος παρακαλεῖται ἀπὸ τὸν ἡγούμενο «ἀνελθεῖν ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει», ὅπου στὴν συνέχεια ἀναπληρώνει θαυματουργικῶς τὰ ἄδεια πιθάρια τοῦ λαδιοῦ. Τὸ θαῦμα αὐτό, σύμφωνα μὲ ἰσχυρὴ σιναϊτικὴ παράδοση, ἔλαβε χώρα στὸ ἰσόγειο τοῦ πύργου τοῦ 4ου αἰῶνος, ποὺ σώζεται ἐντὸς τῆς ἰουστινιάνειας Μονῆς. Ἡ «ἐλαιοθήκη» διαμορφώθηκε ἀργότερα σὲ παρεκκλήσι τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅπου διατηρεῖται μέχρι σήμερα μικρὴ ποσότητα τοῦ ἐλαίου ἐκείνου ποὺ ἀνέβλυσε μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἁγίου Γεωργίου καὶ ἕνα τεμάχιο ἀπὸ τὰ πιθάρια. Ὁ τόπος τῆς ἐλαιοθήκης, καθὼς καὶ ἡ ἀποφυγὴ ἐκ μέρους τοῦ συγγραφέως νὰ κατονομάσει «Μονή» εἶναι ἰσχυρὲς (ἀλλὰ ὄχι ἀπόλυτες) ἐνδείξεις ὅτι τὸ θαῦμα ἐπετελέσθη πρὸ τῆς ἀνεγέρσεως τῆς ἰουστινιάνειας Μονῆς, τοποθετώντας ἁδρὰ τὸν ἅγιο Γεώργιο κυρίως στὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνος[vii]. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι στὸ φ.9β τοῦ σιναϊτικοῦ κώδικος 1608 (14ου αἰ.), ἀποδίδεται στὸν ἀββᾶ Γεώργιο καὶ μιὰ διήγηση τοῦ Λειμωναρίου, κατὰ τὴν ὁποία ἕνας παλαιὸς ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ Γεώργιος μετεφέρθη θαυμαστῶς ἐν ριπῇ χρόνου στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, ἐκοινώνησε, καὶ πάλι θαυμαστῶς ἐπανῆλθε στὸ Σινᾶ. Πρόκειται σαφῶς γιὰ τὸ ἴδιο περιστατικό, ἀλλὰ παρουσιάζεται στὶς δύο πηγὲς μὲ ἀρκετὲς μικροδιαφορές. Αὐτὲς δείχνουν ἀναντίρρητα ὅτι τὸ σιναϊτικὸ χειρόγραφο δὲν παραλαμβάνει ἐκ τοῦ Λειμωναρίου, ἀλλὰ διασώζει πιθανῶς τὴν τοπικὴ παράδοση, ποὺ διατηρεῖται προφορικῶς μέχρι σήμερα. Στὴν περίπτωση αὐτὴν ἡ σιναϊτικὴ ἐκδοχὴ θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἀξιοπιστότερη, καθὼς ἡ ἀμμᾶ Δαμιανή, ἡ ὁποία διηγεῖται τὸ περιστατικὸ στὸν συγγραφέα του Λειμωναρίου, προφανῶς δὲν ἐγνώριζε λεπτομέρειες γιὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τοῦ Σινᾶ. Τὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι πώς, ἀντίθετα μὲ τὸ σιναϊτικὸ χειρόγραφο, ἐκείνη διέσωσε τὸ ὄνομα Πέτρος τοῦ Πατριάρχου, πατριαρχεύσαντος 524-552 μ.Χ., περιγράφοντας μάλιστα τὴν κοίμηση κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος (552 μ.Χ.) τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ Ἀββᾶ.[viii] Ἡ χρονολογία αὐτή, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸν συνδυασμὸ τῶν πηγῶν, καθορίζει ὡς terminus ante quem γιὰ τὴν συνάντηση τῶν ὁσίων Γεωργίου καὶ Ἰωάννου τὸ ἔτος 551 (-552) μ.Χ., καὶ συνεπῶς γιὰ τὴν προσέλευση τοῦ ὁσίου Ἰωάννου στὸ Σινᾶ τὸ 550 μ.Χ. καὶ γιὰ τὴν γέννησή του τὸ 534 μ.Χ.

ΟΙ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Ὁ Ἀναστάσιος εἶναι Σιναΐτης μοναχὸς τοῦ 7ου κυρίως αἰῶνος. Εἶναι γνωστὸς μόνον ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο ἔργο καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τοὺς δύο συνωνύμους του Πατριάρχες Ἀντιοχείας[ix]. Ἕνα ἀπὸ τὰ κεντρικότερα πρόσωπα τῶν Διηγήσεων εἶναι ἀναμφίβολα ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ. Στὴν σιναϊτικὴ παράδοση, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων μελετητῶν, ὁ Ἰωάννης αὐτὸς εἶναι ταυτισμένος μέχρι σήμερα ἄνευ οὐδενὸς ἐνδοιασμοῦ μὲ τὸν συγγραφέα τῆς Κλίμακος.[x] Παρὰ ταῦτα, προκειμένου νὰ χρησιμοποιήσουμε ἀνεπιφύλακτα τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα ποὺ μᾶς προσφέρουν οἱ Διηγήσεις, ἴσως δὲν θὰ ἦταν ἄσκοπο νὰ ἀναφέρουμε τὰ ἑξῆς πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς παραδόσεως αὐτῆς.

Ὁ Ἀναστάσιος ὁμιλεῖ μὲ ἔκδηλο θαυμασμὸ καὶ σεβασμὸ γιὰ τὸν Ἡγούμενό του, πεπεισμένος πὼς πρόκειται περὶ μεγάλου Ἁγίου. Τὸν περιβάλλει μὲ θαυμαστὲς προρρήσεις τῶν πλέον ἐναρέτων Ἀσκητῶν τοῦ ὄρους Σινᾶ περὶ τῆς μελλούσης ἡγουμενίας του, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἐσημειώθησαν σκανδαλωδῶς θὰ ἔλεγε κανεὶς κατὰ τὴν πρώτη του νεότητα, ἄνευ οὐδεμιᾶς προφυλάξεως ἐνδεχομένης πνευματικῆς βλάβης τοῦ νεαρωτάτου Μοναχοῦ. Ἀπὸ τὶς περιγραφές του προκύπτει ἀβίαστα πὼς πρόκειται γιὰ τὴν σημαντικότερη πνευματικὴ προσωπικότητα τοῦ καιροῦ του. Οἱ λοιποὶ Σιναΐτες τὸν ἀποκαλοῦν «νέο» ἢ «δεύτερο Μωυσῆ», ὅπως ἀκριβῶς κάνει ὁ Δανιὴλ γιὰ τὸν βιογραφούμενο συγγραφέα τῆς Κλίμακος. Ὅπως καὶ ἐκεῖνος, συνδέεται μεταξὺ ἄλλων μὲ τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη Σαβαΐτη, καταξιωμένο Γέροντα τῆς σιναϊτικῆς ἐρήμου καὶ σαφῶς μεγαλύτερό του ἡλικιακά. Αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ στοιχεῖα καθιστοῦν μὲ βεβαιότητα τὸν ἐν λόγῳ ἡγούμενο τῶν Διηγήσεων ἀπολύτως σύγχρονο μὲ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος καὶ ἐφάμιλλό του στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν φήμη. Πουθενὰ ὅμως στὴν σιναϊτικὴ ἁγιολογία, οὔτε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη πηγὴ δὲν συναντᾶται ἕτερος ἅγιος Ἰωάννης, ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ τὴν ἴδια ἐποχή, ὁ ὁποῖος νὰ διαφοροποιεῖται καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον ἔστω καὶ καθ᾿ ὑπόνοιαν ἀπὸ τὸν Ἅγιό μας. Μάλιστα ὁ Ἀναστάσιος στὶς Διηγήσεις του δὲν κάνει τὴν παραμικρὴ νύξη μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο γιὰ τὸν σύγχρονό του Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, τὴν σημαντικότερη μορφὴ τοῦ Σινᾶ γενικῶς. Ἐπίσης, ἐνῶ ὅλους τοὺς Μοναχοὺς ποὺ περιγράφει συνοδεύει μὲ κάποιο χαρακτηριστικὸ γνώρισμά τους (καταγωγή, τόπος ἀσκήσεως κλπ) πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τυχὸν ἄλλους ὁμωνύμους αὐτῶν[7], γιὰ τὸν ἐν λόγῳ Ἰωάννη ἀρκεῖται σταθερὰ καὶ ἐπανειλημμένως στὴν παράθεση  τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἡγουμένου, ἀφήνοντας σαφῶς νὰ ἐννοηθεῖ πὼς δὲν ὑπῆρξε ἕτερος ἡγούμενος Ἰωάννης κατὰ τοὺς χρόνους ποὺ καλύπτουν οἱ Διηγήσεις του (χονδρικὰ 6ο–7ο αἰῶνα). Μποροῦμε λοιπὸν χωρὶς κανένα περιθώριο σφάλματος νὰ δεχθοῦμε ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ὑπ᾿ αὐτοῦ εἶναι ἀκριβῶς ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ἡ ταύτισις αὐτὴ συναντᾶται καὶ ρητῶς σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα (10ος αἰ.) σωζόμενα ἑλληνικὰ χειρόγραφα τῆς Κλίμακος, τὸ Chig.R.IV.7 τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Βατικανοῦ, στὸ φύλλο 19β τοῦ ὁποίου ὁ γραφεύς, γιὰ νὰ διευκρινίσει τὸν Γέροντα («παιδοτρίβην») τοῦ Ὁσίου, προσθέτει ὡς σχόλιο τὴν πληροφορία τοῦ Ἀναστασίου: «ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος ἦν οὗτος».[8] Ὁ ἡγούμενος Ἰωάννης τοῦ Ἀναστασίου εἶναι ἐπίσης ταυτισμένος μὲ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος (اقليمقس) στὸ φ.16β τοῦ ἀραβικοῦ χειρογράφου Σινᾶ 542 (β΄ μισὸ 9ου αἰῶνος). Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς μὲ τὸν τρόπο ποὺ τίθενται ἀπὸ τοὺς γραφεῖς σαφῶς δὲν ἔχουν σκοπὸ νὰ ὑποστηρίξουν μιὰ ἀμφιλεγόμενη ἄποψη, ἀλλὰ ἐκφράζουν ἐντελῶς φυσιολογικὰ μιὰ κατεστημένη συνείδηση.

Στὶς Διηγήσεις ἐμπεριέχεται ἕνα πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴν χρονολόγηση τοῦ συγγραφέως Ἀναστασίου περιστατικό. Ὁ ἀββᾶς Γεώργιος Γαδημήτης, «τῶν παλαιῶν πατέρων τοῦ ἁγίου ὄρους τυγχάνων», διηγήθηκε ὅτι ὅταν ἦταν νεώτερος («νεωτέρου αὐτοῦ τυγχάνοντος») ἐγκατεβίωσε ἐν Σινᾷ ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως Μαυρικίου[xi]. Ὅπως σωστὰ ἐκτιμᾶ ὁ F. Nau, αὐτὸς ἦταν βρέφος τὸ ἔτος 602 μ.Χ. τῆς σφαγῆς τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας, ἆρα θὰ προσῆλθε στὸ Σινᾶ ὁπωσδήποτε μετὰ τὸ 620, ὁπότε καὶ ἡ ἀφήγησις ἀπὸ τὸν ἀββᾶ Γεώργιο, διηγούμενο τὸ περιστατικὸ ὡς ἀρκετὰ παλαιό, θὰ πρέπει νὰ πραγματοποιήθηκε περὶ τὸ 650 μ.Χ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Ἀναστάσιος φθάνει μέχρι τὰ μέσα περίπου τοῦ 7ου αἰῶνος.

Ὁ Nau ὅμως προχωρᾶ καὶ σὲ ἕνα αὐθαίρετο συμπέρασμα, ποὺ ἀφορᾶ τὸν ὅσιο Ἰωάννη. Δεδομένης τῆς περιγραφῆς τῆς κοιμήσεώς του, ἡ ὁποία ἀναφέρεται πὼς συνέβη «κατὰ τὸν περυσινὸν χρόνον»[xii], θεωρεῖ πὼς ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἐκοιμήθη ὁπωσδήποτε μετὰ τὸ 649 μ.Χ. [xiii] Τὸ εὔκολο αὐτὸ συμπέρασμα προϋποθέτει ὅτι ὅλα τὰ περιστατικὰ τοῦ Ἀναστασίου κατεγράφησαν ταυτόχρονα, καὶ δὴ ἀμέσως μετὰ τὴν συνομιλία μὲ τὸν Γαδημήτη. Αὐτὸ ὅμως οὔτε εἶναι καθόλου λογικό, οὔτε προκύπτει ἀπὸ κάποια ἔνδειξη. Ἀντιθέτως, ἡ ποικιλία ποὺ παρατηρεῖται στὰ χειρόγραφα ὡς πρὸς τὴν σειρὰ τῶν διηγήσεων καὶ τὴν προσθαφαίρεση διαφόρων λεπτομερειῶν ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρων περιστατικῶν, καθὼς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ποικιλία στὴν διατύπωση ὁρισμένων ἐπαναλαμβανομένων φραστικῶν σχημάτων[9] καθιστᾶ πιθανότερη τὴν ἐκδοχὴ ὅτι τὸ ἔργο Διηγήσεις τοῦ Ἀναστασίου ἀποτελεῖ προϊὸν τυχαίων καταγραφῶν τοῦ Σιναΐτου μοναχοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του. Δυστυχῶς ἡ εἰκασία τοῦ Nau περιέργως καθιερώθηκε σχεδὸν ὁλοκληρωτικὰ καὶ μᾶλλον ἄκριτα μεταξὺ τῶν δυτικῶν ἐρευνητῶν, ἀποτελώντας ἔκτοτε ἀβασάνιστα τὴν ἀφετηρία πολλῶν μελετῶν σχετικὰ μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη, καὶ τὸ αὐθεντικὸ κριτήριο ταυτοποιήσεως προσώπων καὶ χρονολογήσεως ἄλλων δεδομένων.

Δὲν θὰ ἦταν περιττὸ νὰ σημειώσουμε ὅτι στὴν χειρόγραφη παράδοση συναντῶνται δύο συλλογὲς ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Σιναΐτου Ἀναστασίου. Ὁ Στέργιος Σάκκος, στὴν προαναφερθεῖσα μελέτη του, κάνει σαφῆ διάκριση αὐτῶν ἀποδίδοντάς τις σὲ δύο διαφορετικὰ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ δεύτερος γράφει προφανῶς μετὰ τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση καὶ ἐξάπλωση (μέσα 7ου αἰ. – 8ος αἰών). Πράγματι, ἡ γλῶσσα, τὸ ὕφος, τὸ ἦθος, ἡ θεματολογία, ἡ θεολογικὴ σκέψη τῶν δύο συλλογῶν ἀπέχουν τόσο πολὺ καὶ τόσο εὐκρινῶς ποὺ ἡ διάκρισις αὐτὴ καθίσταται ὁλωσδιόλου ἀδιαμφισβήτητη. [10]

Ἀπὸ τὰ σχετικὰ περιστατικά, προκύπτει καθαρὰ πὼς ὁ Ἀναστάσιος ἐγνώρισε τὸν ὅσιο Ἰωάννη καὶ ἀξιώθηκε νὰ τὸν ἔχει Ἡγούμενο[11], ἔχοντας ὁ ἴδιος διακόνημα στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς (βλ. παρακάτω, Ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ Διάλογος). Αὐτὸ βεβαίως θὰ συνέβη στὰ πρῶτα βήματα τῆς μοναχικῆς του ζωῆς,[12] καθὼς ἀργότερα αὐτοπεριγράφεται νὰ ζεῖ σὲ ἐρημικὲς καλύβες. Πανομοιότυπα μὲ τὸν Ἰωάννη τῆς Ραϊθοῦ καὶ τὸν βιογράφο τοῦ Ἁγίου μοναχὸ Δανιήλ, στὴν συνείδηση τοῦ Ἀναστασίου ἐπίσης ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος εἶναι ἕνας πολὺ μεγάλος καὶ ἐξόχως χαρισματικὸς Ἅγιος. Ἀπὸ τὴν ἔκδηλη ὑπερβάλλουσα ἐκτίμηση ποὺ τρέφει πρὸς ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὴν λεπτομέρεια ποὺ διασώζει σχετικὰ μὲ τὴν κοίμησή του, εἰκάζουμε πὼς παρέμεινε κοντά του ἐντὸς τῆς Μονῆς καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἡγουμενίας του. Ταυτόχρονα, δὲν ὑπάρχει καμία ἔνδειξη ὅτι ὁ συγγραφεὺς τῶν Διηγήσεων πρόλαβε ἐν ζωῇ τοὺς δύο προαναφερθέντες συγχρόνους ἀλλὰ μεγαλυτέρους τοῦ ὁσίου Ἰωάννου στὴν ἡλικία ἀββᾶδες Ἰωάννη Σαβαΐτη καὶ Γεώργιο Ἀρσελαΐτη, γιὰ τοὺς ὁποίους καταγράφει διηγήσεις ποὺ ἄκουσε ἀπὸ ἄλλους. Πρόλαβε ὅμως τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Ρωμαῖο, μαθητὴ τοῦ Σαβαΐτου. Συσχετίζοντας ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, συμπεραίνουμε πὼς ὁ Ἀναστάσιος εἶναι μᾶλλον νέος Μοναχὸς κατὰ τὴν ἡγουμενία τοῦ ὁσίου Ἰωάννου.

Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σχολιάσουμε τὴν μνεία ἀπὸ τὸν Ἀναστάσιο τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Γεωργίου, καὶ τὴν ἀναφερόμενη διαποίμανση τῆς συνοδίας ὑπ᾿ αὐτοῦ.[13] Ἐκ τούτου ὁδηγήθηκαν μερικοὶ μελετητὲς στὴν ὑπόθεση ὅτι ἡ κοίμησις τοῦ Ἁγίου ἔλαβε χώρα μετὰ τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση καὶ τὸν ἐξισλαμισμὸ τῶν κατοίκων τῆς χερσονήσου, ἔπειτα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μετεφέρθη καὶ ἡ ἕδρα τῆς Ἐπισκοπῆς ἀπὸ τὴν Φαρὰν στὴν Μονὴ τοῦ Σινᾶ, πιθανῶς δηλαδὴ στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰῶνος ἢ λίγο μετά. Τὸ συμπέρασμα αὐτό, ἂν καὶ δὲν εἶναι παράλογο, δὲν ἔχει ὅμως πολὺ ἰσχυρὰ ἐρείσματα. Ὑπάρχουν σαφέστατες προγενέστερες μαρτυρίες γιὰ τὴν ἄμεση ποιμαντικὴ ἐξάρτηση τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Φαράν. Ὁ Ἰωάννης Μόσχος ἀναφέρει τὶς διαμαρτυρίες τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Πέτρου (†552) πρὸς τὸν ἐπίσκοπο Φαρὰν Φώτιο γιὰ τὴν περιφρόνηση ἐκ μέρους τοῦ ἀββᾶ Γεωργίου πρὸς τὸ πρόσωπό του καθὼς καὶ τὴν ἀπολογία τοῦ Φωτίου ὑπέρ τοῦ Ἀββᾶ,[14] ἐνῶ νωρίτερα (453) ὁ βασιλεὺς τῶν Ρωμαίων Μαρκιανὸς ἀποστέλλει γράμμα «Μακαρίῳ ἐπισκόπῳ καὶ ἀρχιμανδρίταις καὶ λοιποῖς τοῖς ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει Σινᾶ εὐλαβέσι μοναχοῖς»[xiv], ἐφιστώντας τους τὴν ἐπαγρύπνηση περὶ τοῦ καταζητουμένου αἱρετικοῦ ταραξία Θεοδοσίου. Εἶναι λοιπὸν ἐξίσου λογικὸ καὶ πιθανὸ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Γεώργιος νὰ ἦταν ἐπίσκοπος τῆς Φαρὰν σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη χρονικὴ περίοδο.

Συνοψίζοντας, τὰ χρονολογικὰ δεδομένα ποὺ συνάγονται συνδυαστικὰ ἀπὸ τὶς Διηγήσεις τοῦ Ἀναστασίου εἶναι τὰ ἑξῆς: Ὁ ὅσιος Ἰωάννης κείρεται Μοναχὸς στὴν ἁγία Κορυφὴ σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν μὲ Γέροντα τὸν ἀββᾶ Μαρτύριο καὶ κατὰ τὴν ἡγουμενία τοῦ ἀββᾶ Ἀναστασίου. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης Σαβαΐτης εἶναι ἤδη ἀρκετὰ μεγαλύτερός του καὶ προφητεύει γιὰ τὸν νεαρὸ Ἰωάννη ὅτι θὰ γίνει ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ, προφητεία ποὺ ἐκπληρώνεται μετὰ ἀπὸ 40 ἔτη (ἤτοι σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν). Ὁ συγγραφεὺς τῶν Διηγήσεων Ἀναστάσιος ἀξιώνεται νὰ τὸν ἔχει Ἡγούμενο στὰ τέλη τοῦ 6ου ἢ καὶ ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνος.

ΑΝΤΙΠΑΡΑΒΟΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ

Σύμφωνα μὲ τὸ κριτικὸ κείμενο τοῦ Βίου, ὁ Δανιὴλ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ ὅσιος Ἰωάννης «μετὰ ἐννεακαιδεκαετῆ χρόνον» (δηλαδὴ μετὰ τὴν ἡλικία τῶν 19 ἐτῶν), καὶ μόλις ἐκοιμήθη ὁ Γέροντάς του, ἀκολούθησε τὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας ἐγκαταβιώνοντας στὴν κοιλάδα τοῦ Θωλᾶ, ὅπου ἔζησε ἐπὶ 40 ἔτη. Ἐπειδὴ σὲ μερικὰ χειρόγραφα ἡ λέξις «ἐννεακαιδεκαετῆ» παραδίδεται ὡς «ἐννεακαιδεκαέτη» (δηλ. μετὰ ἀπὸ 19 ἔτη), πολλοὶ ἐκ τῶν μεταγενεστέρων θεώρησαν ὅτι ἡ ἐγκατάστασις τοῦ Ἁγίου στὸν Θωλᾶ ἐπετελέσθη κατὰ τὴν ἡλικία τῶν 35 ἐτῶν, καὶ συνεπῶς ἡ ἀνάρρησις στὴν ἡγουμενία κατὰ τὴν ἡλικία τῶν 75 ἐτῶν. Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὴν κατηγορηματικὴ παράδοση τοῦ κριτικοῦ κειμένου,[15] ἡ ὁποία ὄχι μόνον εἶναι πολὺ πιὸ λογική[16], ἀλλὰ ἐπίσης συνάδει χωρὶς οὐσιαστικὰ προβλήματα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Ἀναστασίου. Συνδυάζοντας τοὺς δύο, καταλήγουμε ὅτι μετὰ ἀπὸ 3 ἔτη ὑποταγῆς στὸν ἀββᾶ Μαρτύριο, σὲ ἡλικία 19 ἐτῶν κείρεται Μοναχός (ὁ Ἀναστάσιος τοποθετεῖ τὴν κουρὰ στὴν ἡλικία τῶν 20 κάνοντας μιὰ ἀπολύτως θεμιτὴ στρογγυλοποίηση, ἐνῶ ἡ ἀκρίβεια τῆς διατυπώσεως τοῦ Δανιὴλ καθιστᾶ πιὸ ἔγκυρη τὴν δική του ἐκδοχή). Ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἔτους ἀποβιώνει ὁ Γέροντάς του καὶ ὁ ἴδιος ἐγκαθίσταται στὸν Θωλᾶ. Μετὰ ἀπὸ 40 ἔτη, ἤτοι σὲ ἡλικία 59-60 περίπου ἐτῶν, ἀναβιβάζεται στὴν ἡγουμενία. Τὸ χρονικὸ αὐτὸ ὁρόσημο, καίριο γιὰ τὴν σύνολη χρονικὴ τοποθέτηση τοῦ βίου, προτείνεται στὸ ἔτος 583 μ.Χ. [17]

ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΣΧΟΥ

Πέραν τῶν λοιπῶν στοιχείων ποὺ ἀποκομίζουμε ἐκ τοῦ Λειμωναρίου, τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι δὲν ἀναφέρει καθόλου τὸν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Αὐτὸ ὁδήγησε μερικοὺς στὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἅγιός μας εἶναι μεταγενέστερος. Ἄλλοι ὑπέθεσαν ὅτι μέχρι τὸ ἔτος 593 (πιθανὸ ἔτος ἀναχωρήσεως τοῦ Μόσχου) δὲν ἔχει γίνει Ἡγούμενος, κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀπουσία ὁποιασδήποτε ἀναφορᾶς. Ἡ παράμετρος αὐτὴ παίζει πρωτεύοντα ρόλο στὴν τελικὴ διαμόρφωση τῆς προτάσεως τῆς παρούσης· ἐὰν ὑπερεκτιμηθεῖ ἡ δέσμευσις αὐτή, τότε ἡ καίρια χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἡγουμενοποιήσεως τοῦ Ἁγίου θὰ μποροῦσε νὰ μετατεθεῖ 10 περίπου ἔτη ἀργότερα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θεωροῦμε ὅτι ἡ ἀποσιώπησις τοῦ ὀνόματός του μπορεῖ νὰ αἰτιολογηθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ δύο φίλοι Ἰωάννης Μόσχος καὶ Σωφρόνιος διέμειναν, ὅπως φαίνεται, στὴν Ραϊθώ, ἡ ὁποία ἀπεῖχε ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Σινᾶ καὶ τὸν Θωλᾶ ἀπόσταση τουλάχιστον δύο ἡμερῶν. Στὰ περιστατικὰ ποὺ καταγράφουν κυριαρχοῦν Πατέρες τῆς Ραϊθοῦ, εἴτε ὡς κεντρικοὶ ἥρωες εἴτε ὡς ἀφηγητές. Ἐπίσης, δὲν εἶναι ἀπίθανο κατὰ τὴν συγγραφὴ τοῦ Λειμωναρίου (615-619 μ.Χ.) ὁ Μόσχος νὰ ἔχει ἤδη ὑπόψιν τὴν Κλίμακα καὶ τὸν Βίο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου ποὺ τὴν συνοδεύει καὶ νὰ θεωρεῖ περιττὸ νὰ προσθέσει ὁ ἴδιος κάποιο βιογραφικὸ στοιχεῖο, πολὺ περισσότερο δὲ κάποια προφορικὴ διδασκαλία του. Πάντως, εἶναι σημαντικὸ νὰ θυμόμαστε ὅτι τὸ Λειμωνάριον (ὅπως καὶ οἱ Διηγήσεις τοῦ Ἀναστασίου) δὲν περιέχει συστηματικὲς βιογραφίες, οὔτε φιλοδοξεῖ νὰ καλύψει πλήρως τὸν κατάλογο τῶν Μοναχῶν. Παρουσιάζει κατὰ κύριο λόγο θαυμαστὰ περιστατικὰ ποὺ ὑπέπεσαν στὴν ἀντίληψη τοῦ συγγραφέως, δίχως ὁ ἴδιος νὰ καταγίνεται μὲ μιὰ σκόπιμη συγκέντρωση ὑλικοῦ πρὸς ἔκδοσιν. Ἐάν, λοιπόν, συναντοῦσε κατὰ καιροὺς τὸν ὅσιο Ἰωάννη, δὲν θὰ ἦταν συνάμα καὶ ἀπαραίτητο νὰ βλέπει κάποιο θαῦμα ἐκ μέρους του.

Ἐξάλλου, ὁ Ἰωάννης Μόσχος παραθέτει ἀποφθέγματα τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ Κίλικος, ἡγουμένου τῆς Ραϊθοῦ (κεφ.115), ὁ ὁποῖος πάλι ἔχει πιθανολογηθεῖ ὅτι ταυτίζεται μὲ τὸν παραλήπτη τῆς Κλίμακος καὶ σύγχρονο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου. Ἡ ἐκτιμώμενη αὐτὴ ταύτισις ἔρχεται βέβαια ὡς ἀντίβαρο στὴν ὡς ἄνω ἀπουσία τοῦ Ἁγίου, ὅμως παρουσιάζει χρονολογική τινα δυσχέρεια. Ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Κίλιξ φέρεται στὸ Λειμωνάριο νὰ δηλώνει ὅτι ἔχει ἤδη 76 ἔτη στὸν τόπο ἐκεῖνον, κάτι ποὺ καθιστᾶ τὴν ἡλικία του τουλάχιστον 90 ἐτῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν τελικὴ πρόταση τῆς παρούσης καὶ δεδομένου ὅτι περιγράφεται ἀπὸ τὸν Δανιὴλ ἔτι ζῶν μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, θὰ πρέπει νὰ ἦταν τότε ἄνω τῶν 100 ἐτῶν, κάτι πού, δὲν μπορεῖ μὲν νὰ ἀποκλεισθεῖ, φαντάζει ὅμως ἀπίθανο. Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι ἴσως ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, στὸν προαναφερθέντα σιναϊτικὸ κώδικα 1608, φέρεται νὰ δηλώνει ἁπλῶς: «ἰδοὺ κἀγὼ τοσαῦτα ἔτη ἔχω ἔν τῷ τόπῳ τούτῳ…» (φ.60β), ἐκδοχὴ ποὺ ἐξαλείφει τελείως τὴν χρονολογικὴ δυσχέρεια.

Ἕνα ἄλλο ἐνδιαφέρον στοιχεῖο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸ Λειμωνάριον, εἶναι ἡ συνάντησις τοῦ συγγραφέως μὲ τὸν ἀββᾶ Στέφανο τὸν Καππαδόκη. Σύμφωνα μὲ τὴν σχετικὴ Διήγηση τοῦ Ἀναστασίου, ὁ Στέφανος εἶχε χρηματίσει μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου Σαβαΐτου, καὶ ἦταν παρὼν κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ νεαροῦ τότε ὁσίου Ἰωάννου στὸν Σαβαΐτη γέροντα καὶ τὴν περὶ αὐτοῦ προφητεία τοῦ Γέροντος[xv], ὄντας μᾶλλον μεγαλύτερος τοῦ ὁσίου Ἰωάννου στὴν ἡλικία. Ὁ Στέφανος στὸ Λειμωνάριον (κεφ.122) φαίνεται πὼς ἤδη ἀπὸ ἐτῶν ζοῦσε ὡς ἐρημίτης, κοιμηθέντος ἴσως τοῦ Γέροντός του. Ὁ ἴδιος ἀββᾶς Στέφανος μαρτυρεῖται καὶ στὸ προαναφερθὲν περιστατικὸ τοῦ ἀββᾶ Γεωργίου καὶ τοῦ Πατριάρχου Πέτρου, τὸ ὁποῖο, ὅπως εἴδαμε, συνέβη πιθανότατα κατὰ τὸ ἔτος 551. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἔρχονται νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἐκτίμησή μας γιὰ μιὰ ἁδρὴ χρονολόγηση τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου Σαβαΐτου στὰ μέσα τοῦ 6ου αἰῶνος.

Ο ΠΑΠΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 600 μ.Χ. ὁ Πάπας Ρώμης ἅγιος Γρηγόριος Α΄ ὁ Μέγας (ἢ Διάλογος) γράφει ἐπιστολὴ πρὸς «Ἰωάννην, ἡγούμενον τοῦ ὄρους Σινᾶ». Ἀπὸ τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ ὕφος του ἀφήνεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀπευθύνεται σὲ κάποιο ὄχι τυχαῖο πρόσωπο, πρὸς τὸ ὁποῖο ἀφήνει νὰ ἐκφραστεῖ ἁπλᾶ καὶ αὐθόρμητα ἡ μεγάλη του ἐκτίμηση, ζητώντας ταπεινὰ ἀλλὰ καὶ «ἀπαιτητικὰ» τὶς προσευχές του καὶ εὐχόμενος νὰ εὐοδωθεῖ ἡ αἰώνιος σωτηρία τοῦ ποιμνίου του. Δεδομένου μάλιστα ὅτι, ὡς προανεφέρθη, δὲν γνωρίζουμε ἄλλον Ἰωάννη ἡγούμενο κατὰ τοὺς 6ο καὶ 7ο αἰῶνα, ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ μᾶς ὁρίζει μὲ πολὺ μεγάλη πιθανότητα τὸ ἔτος 600 ὡς ἀνῆκον στὴν ἡγουμενία τοῦ ὁσίου Ἰωάννου.[18]

Διάφορες συμπτώσεις ἔρχονται νὰ ἐνισχύσουν τὴν ταύτιση τοῦ παραλήπτου τῆς ἐν λόγῳ ἐπιστολῆς μὲ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρει πὼς ἀποστέλλει ἐξοπλισμὸ γιὰ τὸ γηροκομεῖο τὸ ὁποῖο πληροφορήθηκε πὼς κατεσκεύασε στὴν Μονὴ κάποιος Ἴσαυρος. Τὴν δημιουργία του ὅμως περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἰωάννης στὶς Διηγήσεις, ὡς γενομένη «πρὸ χρόνων» ἤ, κατ᾿ ἄλλα χειρόγραφα, «πρὸ χρόνων ὀλίγων».[19] Ὁ δὲ Ἴσαυρος ἀναφέρεται (στὰ χειρόγραφα) ἀπὸ τὸν Ἀναστάσιο ἀμέσως μετὰ τὸν ὅσιο Ἰωάννη: «Ἐγένετο καὶ ἕτερος ἐνταῦθα ἡγούμενος, ὁ λεγόμενος Ἴσαυρος», ἀφήνοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι διετέλεσε ἕνας ἀπὸ τοὺς πολὺ πρόσφατους προκατόχους τοῦ Ἰωάννου.[20] Ὁ Ἀναστάσιος καταλήγει μὲ τὴν μαρτυρία ὅτι κατὰ τὴν παραμονή του στὸ μοναστήρι (συνεπαγωγικά δηλ. κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡγουμενίας τοῦ ὁσίου Ἰωάννου) τὸ νοσοκομεῖο ἦταν ἐν λειτουργίᾳ, ὅπου καὶ διακόνησε ὁ ἴδιος.[xvi]

Τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου σχετίζεται ἐμμέσως καὶ μὲ τὴν χρονολόγηση τῆς Κλίμακος. Ὅπως ἔχει καταδειχθεῖ, ὑπάρχει σαφὴς σχέση τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Regula Pastoralis (Ποιμαντικός Κανόνας) μὲ τὸν Λόγο εἰς τὸν Ποιμένα τοῦ ὁσίου Ἰωάννου.[xvii] Κάποιος ἀπὸ τοὺς δύο συγγραφεῖς ἔχει ὑπόψιν τὸν ἄλλο. Ἡ Regula Pastoralis ἐγράφη μεταξὺ 590-591 μ.Χ., κάτι ποὺ τὴν καθιστᾶ προγενέστερη τῆς Κλίμακος μὲ βάση τόσο τὴν παροῦσα μελέτη, ὅσο καὶ σχεδὸν ὅλες τὶς λοιπὲς προτάσεις χρονολογήσεως ποὺ ἔχουν διατυπωθεῖ. Ἐπιπλέον, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ἔνδειξη γιὰ μιὰ τόσο πρώιμη μετάφραση τῆς Κλίμακος στὰ λατινικά, ἐνῶ εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ ἅγ. Γρηγόριος δὲν τὰ κατάφερνε στὴν ἑλληνική. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ἀπὸ ἄλλη ἐπιστολὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τὸν Ἰανουάριο τοῦ 602 μ.Χ. ὅτι ὁ πρώην Σιναΐτης Πατριάρχης Ἀντιοχείας ἅγιος Ἀναστάσιος Β΄ (599-609) εἶχε ἤδη ἐκπονήσει, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ βασιλέως Μαυρικίου, μετάφραση στὰ ἑλληνικὰ τῆς -πασίγνωστης προφανῶς- Regula Pastoralis. Αὐτὸ ἐνισχύει ζωηρὰ τὴν πιθανότητα νὰ εἶχε φθάσει αὐτὴ εἰς γνῶσιν τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, πρὸ τῆς ἀποστολῆς τῆς Κλίμακος στὴν Ραϊθώ. Συνάμα, φαίνεται τελείως ἀπίθανο νὰ μεταφράζεται (καὶ δὴ ἀπὸ ἕναν Σιναΐτη) στὰ ἑλληνικὰ ὡς τόσο ἀξιόλογο, ἕνα λατινικὸ κείμενο ποὺ ἔχει προέλθει ἀπὸ ἑλληνικό, τὸ ὁποῖο, στὴν περίπτωση αὐτήν, θὰ πρέπει νὰ κυκλοφοροῦσε ἤδη πάνω ἀπὸ 10 χρόνια (πρὸ τοῦ 591) καὶ ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος νὰ τὸ εἶχε πέραν πάσης ἀμφιβολίας ὑπόψιν, ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἐν Σινᾷ διαβίωσή του. Σημειωτέον ὅτι ὁ Λόγος εἰς τὸν Ποιμένα, ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ, εἶναι σαφὲς ὅτι γράφεται ἢ διασκευάζεται ὀλίγον πρὸ τῆς τελικῆς διαμορφώσεως τῆς Κλίμακος καὶ ἀποστέλλεται μαζὶ μὲ αὐτήν, καθὼς ὁ Ὅσιος τὸν ξεκινᾶ προσφωνώντας ὡς ἑξῆς τὸν Ἰωάννη τῆς Ραϊθοῦ: «Ἐν τῇ μὲν κάτω βίβλῳ ἔγωγέ σε θεσπέσιε πάντων ἔσχατον τέταχα». Ἔτσι λοιπὸν προτείνουμε ὡς terminus post quem γιὰ τὴν ἀποστολὴ τῆς Κλίμακος τὸ ἔτος 602 μ.Χ.

ΤΟ ΜΩΣΑΪΚΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Ἀμέσως μετὰ τὸ κτίσιμο τῆς Μονῆς, ἡ κόγχη τοῦ Ἱεροῦ τῆς βασιλικῆς κοσμεῖται μὲ τὸ περίφημο μωσαϊκὸ τῆς Μεταμορφώσεως. Σύμφωνα μὲ τὴν κτιτορικὴ ἐπιγραφὴ ἐτελειώθη κατὰ τὴν ιδ΄ ἰνδικτιῶνα. Ἂν δεχθοῦμε, κατὰ πολὺ καλὴ προσέγγιση, ὡς χρόνο περατώσεως τῆς οἰκοδομήσεως τοῦ ναοῦ τὸ ἔτος 557,[21] οἱ ἀμέσως ἑπόμενες ἰνδικτιῶνες μὲ αὔξοντα ἀριθμὸ ιδ΄ ὁρίζονται ἀπὸ τὰ ἔτη Σεπτ.565–Αὔγ.566 καὶ Σεπτ.580–Αὔγ.581. Ἡ σύγχρονη ἄποψη τῆς ἐπιστημονικῆς κοινότητος θεωρεῖ ὡς πιθανότερη χρονολογία τὴν πρώτη (565/566 μ.Χ.).

Τὸ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον χαρακτηριστικὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ εἶναι τὰ δύο πορτραῖτα στὴν συμβολὴ τῶν δύο τόξων ποὺ ἀναπτύσσονται γύρω ἀπὸ τὴν κυρία σύνθεση. Πρόκειται γιὰ τὸν ἡγούμενο Λογγῖνο, ἐπὶ τῆς θητείας τοῦ ὁποίου συνετέθη τὸ ψηφιδωτό, καὶ τὸν διάκονο Ἰωάννη.

Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ νεαρὸς Διάκονος μὲ τὴν τόσο σκανδαλωδῶς ἐξέχουσα θέση στὸ ἔργο αὐτό; Πρόκειται πιθανότατα γιὰ τὸν ἐμπνευστὴ τοῦ σχεδιασμοῦ τοῦ Μωσαϊκοῦ καὶ καθοδηγητὴ τῶν καλλιτεχνῶν στὴν ἀπόδοση τῶν πολλαπλῶν θεολογικῶν νοημάτων του, ἕνα πρόσωπο συνεπῶς μὲ βαθύτατη θεολογικὴ κατάρτιση, ἐγνωσμένο ἐνάρετο βίο καὶ καθολικὸ κῦρος μεταξὺ τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τοῦ Σινᾶ, ἤδη ἀπὸ τόσο νεαρὴ ἡλικία. Καὶ πάλι, κανεὶς ἄλλος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν συγκεντρώνει τόσο ταιριαστὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ ἐκτὸς τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ὁπωσδήποτε, λαμβάνοντας ὑπόψιν τὸ μέγεθος τῆς τιμῆς ποὺ συνεπάγεται ἡ ἀπεικόνισις, θὰ πρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Ἅγιος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ἡλικία μικρότερη τῶν 30 περίπου ἐτῶν. Ὡς Διάκονος δέ, πιθανότατα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μεγαλύτερος τῶν 40–45 ἐτῶν. Τὸ ἔτος 523 ὡς προτεινόμενη χρονολογία γεννήσεώς του ἐπίσης ταιριάζει καλῶς μὲ τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς προαναφερθεῖσες πιθανὲς χρονολογίες τοῦ Μωσαϊκοῦ.

Ὅσο καὶ ἂν προκαλεῖ ἀπορία καὶ φαινομενικὴ ἀντίφαση πρὸς τὴν μεγάλη ταπείνωση τοῦ Ἁγίου μας, ἡ εἰκονογραφία αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ νοηθεῖ ἀφενὸς ὡς «ὑπογραφὴ» τοῦ ἔργου, κατὰ τὴν συνήθεια τῆς ἐποχῆς, ἀφετέρου δὲ ὡς ἐπιλογὴ ὄχι τοῦ ἰδίου, ἀλλὰ τῶν Γερόντων, ἐμφορουμένων ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὴν θαυμαστὴ φήμη ποὺ συνοδεύει τὸν χαρισματικὸ Μοναχό. Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακὴ ἡ εἰκονογράφησις αὐτή, ὄχι ὅμως περισσότερο ἀπὸ τὶς προφητεῖες τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Ἐνδεχομένως μάλιστα ὁ διάκονος Ἰωάννης ἐδῶ νὰ εἶναι ἁπλῶς ὁ προοριζόμενος διάδοχος τοῦ ἡγουμένου Λογγίνου.[22]

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ

Ἡ διάδοσις τῆς Κλίμακος στὸν χριστιανικὸ κόσμο ἦταν βέβαια ἀπὸ πολὺ νωρὶς εὑρεῖα καὶ ἡ ἐπίδρασή της στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ζωηρότατη. Στὸ πολυσυζητημένο ὡς πρὸς τὴν πατρότητά του ἔργο Ἐρωτήσεις καὶ Ἀποκρίσεις, καὶ συγκεκριμένα στὶς ἐρωτήσεις ϛ΄, η΄ καὶ ιε΄, οἱ ὁποῖες ἀποδίδονται ἀπὸ τὸν Στέργιο Σάκκο στὸν Ἀναστάσιο Γ΄ Νικαίας (περὶ τὸ 700 μ.Χ.[xviii]) ἀναπαράγονται ἐκτενῆ χωρία τῆς Κλίμακος. Ὁ ἴδιος Ἀναστάσιος βέβαια παραθέτει καὶ χωρία τοῦ ἁγίου Μαξίμου (†662), ὁ ὁποῖος ὅμως ἔδρασε στὴν ἴδια περιοχὴ μὲ αὐτόν, καὶ ἡ φήμη του, λόγῳ τῶν γεγονότων τοῦ μονοθελητισμοῦ στὰ ὁποῖα ἐνεπλάκη ἡγετικῶς καὶ τοῦ τρομεροῦ διωγμοῦ ποὺ ὑπέστη, ἦταν καθολική, ἀκόμη ἐν ζωῇ. Θεωροῦμε πὼς γιὰ τὴν Κλίμακα τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ἐὰν αὐτὴ εἶχε πρωτοδημοσιευθεῖ μετὰ τὴν ἀραβικὴ κατάκτηση τοῦ Σινᾶ (633 μ.Χ.), εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐξεζητημένο νὰ πέρασε τόσο σύντομα τὰ σύνορα τῆς ἀραβικῆς ἐπικράτειας καὶ μάλιστα ἐν μέσῳ τόσο πολυτάραχης περιόδου, καὶ ἐν τέλει νὰ καθιερώθηκε τόσο ἄμεσα ὡς κλασσικὸ πατερικὸ σύγγραμα στὴν συνείδηση ὅλων. Ἐπιπλέον, ἂς σημειωθεῖ πὼς οὔτε στὴν Κλίμακα οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ ἀπολύτως δὲν ἔχουμε ἐντοπίσει τὴν παραμικρὴ ἔνδειξη ὅτι ὁ ὅσιος Ἰωάννης φθάνει τὴν κατάληψη τοῦ Σινᾶ (633 μ.Χ.) καὶ τῆς Αἰγύπτου (641 μ.Χ.) ὑπὸ τῶν Ἀράβων.

ΤΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ

Παρὰ τὸν ἀκραιφνῶς ἀσκητικὸ χαρακτῆρα τῆς Κλίμακος, ὑπάρχουν στὸ ἔργο διάσπαρτα θεολογικὰ καὶ δογματικὰ στοιχεῖα. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης, ἄριστος γνώστης τῆς ὑπάρχουσας πατερικῆς γραμματείας καὶ βαθὺς βιωματικὸς θεολόγος ὁ ἴδιος, θεωρεῖ ἀδιάσπαστη καὶ ὀργανικὴ τὴν ἑνότητα καὶ ἁρμονία ὀρθῆς δογματικῆς συνειδήσεως καὶ πνευματικῆς ζωῆς καὶ καρποφορίας. Στὶς σχετικὲς ἀναφορές του, προσπαθήσαμε νὰ ἀνιχνεύσουμε ποιά εἶναι τὰ πλέον κρίσιμα θεολογικὰ ζητήματα τῆς ἐποχῆς του τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως προκαλοῦν κάποια νύξη ἐκ μέρους του, ὥστε καὶ μὲ τὴν μέθοδο αὐτὴν νὰ ὁριοθετήσουμε χρονικῶς τὸν ἐπίγειο βίο του. Μᾶς προκαλεῖ σὲ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, καθὼς ζεῖ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὸν συγχρωτισμὸ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς παραμένει ζωντανός, παρὰ τὶς προηγηθεῖσες πέντε οἰκουμενικὲς Συνόδους. «Ἀσθενεῖς μὲν αἱρετικοῖς μὴ συνεσθιέτωσαν, καθὼς τοῖς κανόσιν εἴρηται. Δυνατοὶ δὲ ἐν Κυρίῳ, ἐὰν ὑπὸ ἀπίστων πίστει προτρέπωνται καὶ θέλωσι πορευθῆναι, πορευέσθωσαν πρὸς τὴν τοῦ Κυρίου δόξαν», συμβουλεύει τοὺς ποιμένες (Εἰς τὸν Ποιμένα, §65).

Ὀφείλουμε κατ᾿ ἀρχὴν νὰ σημειώσουμε τὶς ἐντονότατες ὀνομαστικὲς ἀποδοκιμασίες του κατὰ τῶν Ὠριγένους καὶ Εὐαγρίου. Οἱ προβληματικὲς δοξασίες τῶν δύο Ἀσκητῶν ἔτυχαν εὑρείας διαδόσεως στὸν ἀνατολικὸ Μοναχισμὸ κατὰ τὸ α΄ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνος, μέχρι ποὺ ὁδηγήθηκαν στὴν ἐπίσημη καταδίκη τους ἐκ μέρους τῆς Ε΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου (553 μ.Χ).

Ὁ Ἅγιός μας μὲ τὸν τρόπο του ὄχι μόνον διατρανώνει τὴν προσήλωσή του στὴν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλὰ δείχνει καὶ ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς θεολογικὲς παγίδες ποὺ ἰδιαιτέρως ὑποκρύπτονται στὴν μοναχικὴ ζωὴ ἀπὸ τὶς κακοδοξίες αὐτές. Γνωρίζοντας ὅτι ἡ «νόσος» τοῦ Ὠριγένους δὲν ἔπαυσε ποτὲ (ὅπως δὲν ἔπαυσε καὶ μέχρι σήμερα) νὰ ἀποτελεῖ ἕναν ἰδιόμορφο «ἐκ δεξιῶν» πειρασμὸ γιὰ τοὺς ἀγωνιζομένους, δὲν διστάζει νὰ χρησιμοποιήσει γλῶσσα ἀκραία: «Πρόσχωμεν πάντες, ἐπὶ πλεῖον δὲ οἱ πεπτωκότες, μὴ νοσῆσαι ἐν καρδίᾳ τὴν Ὠριγένους τοῦ ἀθέου νόσον. Τὴν γὰρ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν προβαλλομένη ἡ μιαρά, εὐπαράδεκτος ἐν τοῖς φιληδόνοις γίνεται» (§Ε29).

Ἀκόμη πιὸ καυστικὸς ἐκδηλώνεται κατὰ τοῦ Εὐαγρίου. Ἐπειδὴ μάλιστα χρησιμοποιεῖ ἐν γνώσει του στὸ ἔργο του τόσο τὴν ὁρολογία τοῦ Εὐαγρίου ὅσο καὶ ἕνα μέρος τῆς ἀσκητικῆς διδασκαλίας του, ἂν καὶ δίχως παραπομπὲς φυσικά, κρίνει σκόπιμο νὰ διαχωρίσει κατηγορηματικὰ τὴν θέση του καὶ νὰ ἐπικυρώσει ἔτσι ἐμμέσως πλὴν σαφῶς τοὺς ὅρους τῆς Ε΄ οἰκουμ. Συνόδου. «Ἐδόκησεν ὁ θεήλατος Εὐάγριος τῶν σοφῶν σοφώτερος τῇ τε προφορᾷ καὶ τοῖς νοήμασι γενέσθαι. Ἀλλ᾿ ἐψεύσθη ὁ δείλαιος, τῶν ἀφρόνων φανεὶς ἀφρονέστερος. Ἐν πολλοῖς μέν, πλὴν καὶ ἐν τούτῳ» (§ΙΔ8).

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ σημαντικὸ γιὰ τὴν παροῦσα μελέτη εἶναι πὼς ἡ ἀνάγκη γιὰ τὴν τόσο εἰδικὴ μεταχείριση τῶν δύο αὐτῶν προσώπων προδίδει μιὰ σχετικῶς πρόσφατη θεολογικὴ διαμάχη.

Ἕνα πρόβλημα μικρότερης ἐκτάσεως ποὺ ἐμφανίστηκε στὴν Αἴγυπτο στὰ τέλη τῆς 10ετίας τοῦ 550 καὶ κατὰ τὴν 10ετία τοῦ 560, ἦταν ἡ αἵρεσις τῶν «τριθεϊτῶν», μὲ πρωτεργάτη τὸν Ἰωάννη Φιλόπονο. Αὐτὴ ἐταύτιζε τὶς ἔννοιες «φύσις» καὶ «ὑπόστασις», καταλήγοντας σὲ τρεῖς ξεχωριστὲς φύσεις ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος, τρεῖς «εἰδικὲς οὐσίες», καὶ ὡς ἐκ τούτου σὲ τρεῖς διακριτὲς ἐνέργειες τῶν τριῶν Προσώπων. Σὲ δύο χωρία τῆς Κλίμακος μὲ Τριαδολογικὴ ὁρολογία καὶ ἀναλογία, ἀνιχνεύεται ἀναίρεσις τῆς δοξασίας αὐτῆς: «Ὅθεν καὶ ὡς εἰς μίαν δύναμιν καὶ ἐνέργειαν συνθέουσα ἑαυτῇ ἡ πανόσιος αὕτη τρίσειρος [δηλ. μετάνοια, πένθος, ταπείνωσις] ἄλυσις, μᾶλλον δὲ ἴρις, οἰκείας πως καὶ τὰς ἰδιότητας καὶ τὰς ἐργασίας κέκτηται» (§ΚΕ7)· ἐπίσης: «Ἀγάπη καὶ ἀπάθεια καὶ υἱοθεσία, τοῖς ὀνόμασι καὶ μόνοις διακέκριται· ὡς φῶς καὶ πῦρ καὶ φλὸξ εἰς μίαν συντρέχουσιν ἐνέργειαν, οὕτω καὶ περὶ τούτων νόει» (§Λ4).

Ὅμως, ὅπως ἔχει παρουσιαστεῖ διεξοδικά,[xix] κύριος δογματικὸς ἄξονας τῆς Κλίμακος ἀποδεικνύεται τὸ Χριστολογικὸ δόγμα τῶν δύο φύσεων, οἱ ἔριδες περὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως οὐδέποτε ἐξέλιπαν τελείως. Σὲ ὁρισμένα ἐδάφια μάλιστα ὁ συγγραφεὺς ἐμφανίζεται ρητὸς ὑποστηρικτὴς τοῦ Ὅρου τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δ΄ οἰκουμενικῆς Συνόδου. «Δειλιᾷ Χριστὸς θάνατον, οὐ τρέμει, ἴνα τῶν δύο φύσεων τὰ ἰδιώματα σαφῶς ἐμφανίσῃ», μᾶς λέγει εὐθαρσῶς στὸν περὶ μνήμης θανάτου Λόγο (§Ϛ4). Καὶ ἀλλοῦ δανείζεται σκοπίμως τὴν Χριστολογικὴ ὁρολογία τῆς Χαλκηδόνος: «Φασὶ μέν τινες κρεῖττον εἶναι προσευχὴν μνήμης ἐξόδου· ἐγὼ δὲ μιᾶς ὑποστάσεως δύο οὐσίας ὑμνῶ» (§ΚΗ48). Ἡ τάση του αὐτὴ συμπίπτει καταπληκτικὰ μὲ τὴν ἔντονη ἀναζωπύρωση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, ἰδίως κατὰ τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 6ου αἰῶνος, τὴν ὁποία συστηματικὰ καταπολέμησε ὁ ἐπίσης Σιναΐτης καὶ μετέπειτα Πατριάρχης Ἀντιοχείας (599-609) καὶ ἱερομάρτυς Ἀναστάσιος Β΄.

Δεδομένης τῆς ἐξάρσεως τοῦ ἀφθαρτοδοκητισμοῦ στὰ μέσα κυρίως τοῦ 6ου αἰῶνος μὲ θῦμα ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν βασιλέα Ἰουστινιανὸ στὸ τέλος τῆς ζωῆς του (†565), θεωροῦμε ὅτι ἀξίζει εἰδικὴ μνεία τὸ ἐδάφιο τῆς §ΚΓ20: «Εἰ καὶ μυρίους θανάτους ὑπὲρ Χριστοῦ ὑπομείνωμεν, οὐδὲ οὕτως τὸ δέον ἀνεπληρώσαμεν. Ἄλλο γὰρ αἷμα Θεοῦ, καὶ ἕτερον αἷμα δούλων· κατὰ τὸ ἀξίωμα, οὐ κατὰ τὴν οὐσίαν», ὅπου ὑπάρχει σαφὴς ὑπαινιγμὸς κατ᾿ αὐτοῦ. Ἔτσι λοιπόν, προκύπτει τὸ ἐντυπωσιακὸ συμπέρασμα πὼς ὁ Ἅγιος καταθέτει συνειδητὰ ἐντὸς τῆς Κλίμακος ἀπὸ μία ἀναφορὰ σὲ ὅλα τὰ φλέγοντα δογματικὰ θέματα τοῦ 6ου αἰῶνος.

Μετὰ τὴν ἐκ νέου ἐπιτυχῆ ἀναίρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους Πατέρες, παρατηρεῖται στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνος μιὰ ἀνανεωμένη καὶ ἀρκετὰ κεκαλυμμένη τώρα ἐπιχείρηση, αὐτὴ τοῦ μονοενεργητισμοῦ καὶ μονοθελητισμοῦ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ δύο παρακλάδια τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, σχετιζόμενα ἄμεσα μεταξύ τους. Ὁ ἀγώνας τῶν κατατροπωμένων αἱρετικῶν ἑστιάζεται τώρα στὶς δύο αὐτὲς λεπτὲς πτυχές του, τῆς μιᾶς ἐνεργείας καὶ μιᾶς θελήσεως τοῦ Χριστοῦ. Στὸ προσκήνιο ἐμφανίζεται ἀρχικῶς καὶ μέχρι τὸ ἔτος 635 ὁ μονοενεργητισμός, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου (610-638 μ.Χ.), ἐνῶ ἀπὸ τὸ 638 κυρίως, προβάλλεται ὡς ἐναλλακτικὴ πρόταση ὁ μονοθελητισμός, ὡς ἀκόμη ἠπιότερος. Ὡς κύριος ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγωνίζεται ἀρχικὰ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων (634-639 μ.Χ.) καὶ κατόπιν ὁ μαθητής του ἅγιος Μάξιμος ὁμολογητής (†662). Ἡ ἀναταραχὴ στὴν αὐτοκρατορία εἶναι θυελλώδης. Ὁ ἅγιος Μάξιμος «ἀναγκάζεται» νὰ ἀναπτύξει ὅλο τὸ θεολογικό του χάρισμα, καθιστάμενος ἔτσι ἡγέτης τῶν ὀρθοδόξων. Οἱ βασιλεῖς τὸν διώκουν σκληρὰ καὶ ἀπροκάλυπτα, τὸν βασανίζουν, τὸν ἐξευτελίζουν, μέχρι ποὺ ὁ γηραιὸς Μοναχὸς τελειοῦται στὴν ἐξορία.

Τὸ ἰδιαίτερο πρόβλημα τοῦ μονοθελητισμοῦ καὶ τοῦ προδρόμου του μονοενεργητισμοῦ, μὲ τὶς τεράστιες διαστάσεις ποὺ πῆρε στὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν προκαλέσει κάποια εἰδικὴ ἀναφορὰ ἐκ μέρους τοῦ ὁσίου Ἰωάννου. Αὐτὴ ὅμως ἐλλείπει παντελῶς. Οἱ ἐπισημάνσεις του ἀφοροῦν γενικῶς τὸ ζήτημα τῶν δύο φύσεων τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, δίχως νὰ ἑστιάζουν καθόλου σ᾿ ἐκεῖνο τῶν δύο ἐνεργειῶν καὶ θελήσεων.[23] Εἶναι καθ᾿ ἡμᾶς περισσότερο ἀπὸ σαφὲς ὅτι ὁ Ἅγιός μας δὲν ἔφθασε τὸ ἀποκορύφωμα τουλάχιστον τῆς διαμάχης αὐτῆς, τὸ ὁποῖο ἀρχίζει περίπου τὸ 630 μ.Χ. (ἐνθρόνισις Κύρου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας), ἐνῶ ἤδη τὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα τῆς Φαράν, στὴν ὁποία ὑπάγεται καὶ ἡ Μονὴ τοῦ Σινᾶ, κατέχει ὁ μονοενεργήτης Θεόδωρος (περ. 622-632 μ.Χ.). Μάλιστα, ἡ ὕπαρξις τῶν προαναφερθέντων δύο χωρίων περὶ μιᾶς ἐνεργείας τῆς Ἁγίας Τριάδος, θεωροῦμε πὼς θὰ δημιουργοῦσαν ὁπωσδήποτε τὴν ἀνάγκη καὶ μιᾶς ἀναφορᾶς στὶς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἐὰν ὁ Ἅγιος εἶχε φθάσει τὶς ἔριδες τοῦ μονοενεργητισμοῦ (615-635 μ.Χ.).


ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

Ἐπιχειρώντας νὰ συνδυάσουμε ὅλα μαζὶ τὰ ἀνωτέρω δεδομένα, καταλήγουμε κάπως φυσιολογικὰ στὴν ἀκόλουθη πρόταση περὶ τῆς χρονικῆς τοποθετήσεως τοῦ ὁσίου Ἰωάννου. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἔρχεται νὰ ἀνέλπιστα νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν παράδοση τοῦ 19ου αἰῶνος, τῆς ὁποίας τὰ ἐρείσματα μᾶς παραμένουν ἄγνωστα. Ἂν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ταιριαστὴ μὲ ὅλα τὰ σχετικὰ δεδομένα, δὲν θὰ ὑπῆρχε σθεναρὴ ἀντίρρησις ἐκ μέρους τῆς παρούσης μελέτης, ὅπως προαναφέραμε, νὰ ληφθεῖ ὑπόψιν ὁ ὑποθετικὸς περιορισμὸς ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Μόσχο καὶ ὡς ἐκ τούτου στὴν δυνατότητα μετατοπίσεως τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου μέχρι καὶ κατὰ 10 περίπου ἔτη ἀργότερα. Ὡς ὅριο terminus post quem γιὰ τὴν ἀποστολὴ τῆς Κλίμακος στὴν Ραϊθὼ θέτουμε τὸ ἔτος 602, γιὰ τὸν λόγο ποὺ ἐξηγήσαμε, καὶ συνεπῶς τὸ ἔτος 603 γιὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου.

523 μ.Χ.                                  Πιθανὸ ἔτος γεννήσεως.

539 μ.Χ. (ἡλικία 16 ἐτῶν)       Προσέλευσις εἰς τὸ Σινᾶ.

542 μ.Χ. (ἡλικία 19 ἐτῶν)       Μοναχικὴ κουρά. Προφητεία ἀββᾶ Ἰωάννου Σαβαΐτου. Ἐγκατάστασις εἰς Θωλᾶν.

542-552 μ.Χ.                           Συνάντησις μετὰ τοῦ ἀββᾶ Γεωργίου Ἀρσελαΐτου (†552).

565/566 μ.Χ.                           Πιθανολογούμενη «ὑπογραφή» του στὸ Μωσαϊκὸ ὡς Διάκονος Ἰωάννης.

582 μ.Χ. (ἡλικία 59 ἐτῶν)        Ἀναβίβασις εἰς τὴν ἡγουμενίαν – Κατασκευὴ κλίμακας ἀνόδου πρὸς ἁγίαν κορυφήν.

600 μ.Χ.                                   Ἀλληλογραφία μετὰ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Διαλόγου.

602 μ.Χ.                                   Πιθανὸ ἔτος ἀποστολῆς Κλίμακος εἰς Ραϊθώ.

603 μ.Χ. (ἡλικία 80 ἐτῶν)        Πιθανὸ ἔτος κοιμήσεως.

 

 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ ἐκφράσουμε μεγάλες εὐχαριστίες στὸν ἐκλεκτὸ συνεργάτη τῆς Μονῆς Μάξιμο Βενέτσκοφ, ἐρευνητὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λουβένης, καὶ στὸν ἀρχαιολόγο καὶ πιστὸ θεράποντα τοῦ ὄρους Σινᾶ Νικόλαο Φύσσα, γιὰ τὶς πολύτιμες πληροφορίες καὶ συμβουλές τους.

[2] Τὸ ἐξαιρετικοῦ μεγέθους καὶ παγκοσμίου σημασίας γεγονὸς τῆς κτίσεως τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἄλλαξε καίρια τὴν μορφὴ τοῦ σιναϊτικοῦ μοναχισμοῦ καὶ καθόρισε τὴν μελλοντική του ἱστορικὴ πορεία, ἀποτελεῖ φυσικὰ μιὰ ὁρατὴ πραγματικότητα, ἕνα ἀπὸ τὰ κορυφαῖα μνημεῖα τοῦ κόσμου. Οἱ γραπτὲς ὅμως ἀναφορὲς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ ἀφοροῦν τὸ ἴδιο τὸ κτίσιμο (καθὼς καὶ τὴν οἰκοδομικὴ δραστηριότητα τῶν προηγουμένων δύο αἰώνων) εἶναι ἀπειροελάχιστες καὶ μᾶλλον συγκυριακές. Μελετώντας κανεὶς τὶς γραπτὲς πηγές, θὰ ἦταν ἴσως ἀδύνατον νὰ φανταστεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς τέτοιου ἔργου. Οἱ σχετικὲς πληροφορίες διασώζονταν ἐπὶ αἰῶνες μονάχα στὴν σιναϊτικὴ προφορικὴ παράδοση, κατεγράφησαν δὲ κάπως ἀναλυτικὰ μόλις τὸν 17ο αἰῶνα ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νεκτάριο Σιναΐτη (Ἐπιτομὴ τῆς Ἱεροκοσμικῆς Ἱστορίας, Βενετία 11677). Σήμερα, ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα ἐπιβεβαιώνει διαρκῶς μὲ τὸν πλέον πανηγυρικὸ τρόπο τὴν παράδοση αὐτήν.

[3] «Ἕτερός τις οἰκῶν ἐνταῦθα ἐν τῷ λεγομένῳ Θωλᾷ , πολλάκις ἐκ τῆς τοιαύτης ἐννοίας ἐξίστατο· καὶ ὡς ὀλιγοθυμήσας ἢ καὶ ἐπιληπτιάσας, παρὰ τῶν εὑρισκομένων ἀδελφῶν ἄπνους σχεδὸν ἐβαστάζετο». (Κλῖμαξ, §Ϛ19)

[4] Αὐτὸ προκύπτει πολλαχόθεν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὶς διάσπαρτες προσφωνήσεις τοῦ Ὁσίου πρὸς τὸν παραλήπτη ἀββᾶ Ἰωάννη τῆς Ραϊθοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν Ἅγιο ὡς ἤδη Ἡγούμενο. Ἐν ὀλίγοις, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ὁ Δανιήλ, ἡ συγγραφὴ τῆς Κλίμακος ἀποτέλεσε τὸ «ἐργόχειρο» ὅλης σχεδὸν τῆς καλογερικῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου (βλ. Κλῖμαξ, σελ.20).

[5] Στοὺς κώδικες Monac.gr.297 τοῦ ΙΓ΄ αἰ. (φ. 297β) καὶ Ξενοφῶντος 2 τοῦ ΙΔ΄ αἰ. (φφ. 15β-16α) ἔχει προστεθεῖ ἀπὸ χέρι μεταγενέστερο: «Ἰστέον δὲ ὅτι ὁ τῆς Κλίμακος Ἰωάννης εἶχε γνήσιον ἀδελφόν, τοῦτον τὸν θαυμαστὸν ἀββᾶν Γεώργιον, ὃν ἔτι ζῶν κατέστησεν ἡγούμενον τοῦ Σινᾶ, τὴν ἡσυχίαν αὐτὸς ἀσπαζόμενος, ἣν ἄπ᾿ ἀρχῆς νύμφην ἑαυτῷ ἠγάγετο ὁ σοφός». Τὸ ἐδάφιο αὐτό, ποὺ θεωρεῖται νόθο, πέρασε ἀργότερα στὴν Patrologiæ Græcæ τοῦ Migne (609A) καὶ στὴν ἔκδοση Παρακλήτου (σελ.26).

[6] Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἁπλῶς ἀποκλείουν ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀποβιώσεως σὲ παρελθοντικὸ χρόνο τῶν δύο ἀνδρῶν. Ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν περιγραφὴ τῆς ζωῆς τοῦ κοινοβίου ποὺ ἐπισκέφθηκε στὴν Αἴγυπτο, τοῦ ὁποίου ἀποσιωπᾶ ἐπίμονα τὴν ταυτότητα καὶ τὸν Ἡγούμενο, ὁ ὅσιος Ἰωάννης εἶναι ἐξαιρετικὰ προσεκτικὸς στὴν ἀναφορὰ ὀνομάτων ζώντων προσώπων. Προφανῶς δὲν θὰ ὑπῆρχε οὐδεμία περίπτωσις νὰ ἀναφέρει, καὶ μάλιστα μὲ τέτοιο τρόπο, ζῶντες συνασκητές του.

[7] Ἐπὶ παραδείγματι: ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Σαβαΐτης, ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης ὁ Ρωμαῖος ὁ μαθητὴς τοῦ προλεχθέντος θαυμασίου Ἰωάννου τοῦ Σαβαΐτου, ὁ ἀββᾶς Γεώργιος τὸ ἐπίκλην Ἀρσελαΐτης, ὁ ἀββᾶς Σέργιος ὁ ἐπίσκοπος τοῦ Ἀϊλᾶ, ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος ὁ κουρεύσας τὸν ὅσιον ἡμῶν ἡγούμενον κ.ο.κ. Σὲ τρεῖς μόνο περιπτώσεις, προφανῶς λόγῳ μοναδικότητος τοῦ ὀνόματος ἢ καὶ ἀγνοίας περισσοτέρων στοιχείων, ἀρκεῖται στὴν ἁπλῆ ἀναφορά: Ὀρέντιος ὁ ὅσιος, ὁ ἀββᾶς Κυριακός, ὁ ἀββᾶς Ματθίας.

[8] Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε ὅτι ἐνίοτε παρατηρεῖται σὲ χειρόγραφα μιὰ σύγχυσις μεταξὺ τῶν Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, Ἰωάννου Σαβαΐτου καὶ Ἰωάννου Ραϊθηνοῦ. Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς περιπτώσεις εἶναι ἡ εἰκασία περὶ τοῦ Σαβαΐτου, τὴν ὁποία ἀποδίδουν στὸν τῆς Κλίμακος κάποια χειρόγραφα (Σινᾶ 420, 11ος αἰ., φ.206α  – Ambros. B80 sup., 11ος-12ος αἰ., φ.281α): «Οὗτος ὁ ἅγιος, ὥς φασί τινες, υἱός ἐστι τοῦ ἁγίου Ξενοφῶντος καὶ Μαρίας, ᾧ ἦν καὶ ἀδελφὸς Ἀρκάδιος». Πάντως, ἀπὸ τὴν φήμη αὐτὴν ἐπιβεβαιώνεται μᾶλλον ἡ ἐκτίμησή μας περὶ τῆς χρονολογίας τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου Σαβαΐτου, καθὼς στὸ συναξάρι τῶν ὡς ἄνω τεσσάρων Ἁγίων (26 Ἰανουαρίου) ἀναφέρεται ὅτι ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννου ὅσιος Ξενοφῶν «ἐκατοικοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Ἰουστίνου Α΄ (518-527 μ.Χ.) καί Ἰουστινιανοῦ», ἐνῶ στὴν wikipedia -ἄγνωστο ἐκ ποίας πηγῆς- ὅτι «γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὰ τέλη τοῦ 5ου μ.Χ. αἰ.».

[9] Έπὶ παραδείγματι, ἡ διαφοροποίησις στὸν τρόπο ποὺ ὀνοματίζει τὸν ὅσιο Ἰωάννη σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ περιστατικά, ὅπου παραδόξως δὲν χρησιμοποιεῖ τὶς προσφιλεῖς του ἐκφράσεις οἰκειότητος «ὁ πατὴρ ἡμῶν» ἢ «ἡγούμενος ἡμῶν», ἀλλὰ λέγει ἁπλῶς «Διηγήσατο ἡμῖν [πάλιν] Ἰωάννης ὁ ὁσιώτατος ἡγούμενος τοῦ [αὐτοῦ] ἁγίου ὄρους [τοῦ] Σινᾶ» (Vaticanus_1524/Parisinus_917) / «Διηγήσατο ἡμῖν ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἡγούμενος» (Escorial_21) – (Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Ἰωάννης ἡγούμενος Σινᾶ τῆς Κλίμακος - Γ΄», σελ. 148).   Ἡ ἔκφρασις αὐτὴ προδίδει τὴν παρέλευση ἱκανοῦ χρόνου ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν καταγραφὴ τῶν σχετικῶν μὲ αὐτὸν διηγήσεων μέχρι τὴν καταγραφὴ τῆς συγκεκριμένης.

[10] Περὶ τούτων, ἡ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἐπιφυλάσσεται γιὰ μιὰ εἰδικὴ ἐμπεριστατωμένη μελέτη καὶ ἔκδοση. Ἐν προκειμένῳ, ὁ Ἀναστάσιος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι περίπου 20 ἐτῶν ὅταν ὁ Ἅγιος ἐγκαθιδρύεται στὸν ἡγουμενικὸ θρόνο. Μετὰ τὴν κοίμησή του ἀναχωρεῖ στὴν ἔρημο, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τυγχάνει αὐτόπτης μάρτυς τῆς ἐγκαταβιώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Μαυρικίου, ἡ ὁποία λαμβάνει χώρα τὸ 620 ἢ λίγο μετά. Στὰ μέσα τοῦ 7ου αἰῶνος, ὁπότε καὶ καταγράφει τὸ συγκεκριμένο περιστατικό, θὰ εἶναι περίπου 85-90 ἐτῶν.

[11] Γράφει ἐπὶ παραδείγματι: «Ἀμέλει γοῦν ἐν μιᾷ εἰσελθόντων ἐνταῦθα περίπου ἑξακοσίων ξένων, ἐν τῷ καθέζεσθαι αὐτοὺς καὶ ἐσθίειν, θεωρεῖ ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ  πατὴρ ἡμῶν…» (Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Ἰωάννης ἡγούμενος Σινᾶ τῆς Κλίμακος - Β΄», σελ. 148). Τὸ ἴδιο συμπέρασμα συνάγεται διὰ πολλῶν χωρίων στὰ ὁποῖα ἀποκαλεῖ τὸν Ἰωάννη «πατέρα ἡμῶν» καὶ «ἡγούμενο ἡμῶν» ὑποδηλώνοντας μιὰ στενὴ σχέση, ἐνῶ ἐκφράζεται πιὸ ἀποστασιοποιημένα γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους ἡγουμένους (π.χ. «ὁ ἀββᾶς Ἀναστάσιος ὁ ἡγούμενος») τοὺς ὁποίους προφανῶς δὲν ἐγνώρισε. Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ ἴσως ἔκφρασή του εἶναι ὅτι «μετὰ οὖν τεσσαράκοντα ἔτη γέγονεν ἡγούμενος ἡμῶν», δηλώνοντας ἐμμέσως πλὴν σαφῶς ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν ἤδη Μοναχὸς ἢ Δόκιμος, ἐνῶ ἀλλοῦ ἀναφέρεται συμπτωματικῶς σ᾿αὐτὸν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δίχως κἂν νὰ προσθέτει τὸ ὄνομά του, ἀφήνοντάς μας ἐπιπλέον νὰ εἰκάσουμε ὅτι ἐνδεχομένως καταγράφει τὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ ἐνόσῳ ὁ Ὅσιος ζεῖ: «Ὁ ἀββᾶς Μαρτύριος, ὁ κουρεύσας τὸν ὅσιον ἡμῶν ἡγούμενον». Καταγράφει ἐπίσης περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἡγούμενο Ἰωάννη: «Διηγήσατο ἡμῖν...».

[12] Ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα ἀφήγηση τοῦ ἀββᾶ Γεωργίου Γαδημήτου περὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ Μαυρικίου, διαφαίνεται πὼς μετὰ τὸ κτίσιμο τῆς ἰουστινιάνειας Μονῆς καθιερώθηκε ἴσως ἡ παραμονὴ ἐντὸς αὐτῆς τῶν νεοπροσερχομένων, γιὰ δύο τουλάχιστον ἔτη μετὰ τὴν κουρά: «καρέντος οὖν αὐτοῦ καὶ ποιήσαντος εἰς τὸ κοινόβιον τῶν δύο ἐτῶν τὴν διακονίαν εἰς τὸ μέσον» (κῶδ. Vat.gr.1524, φ51β).

[13] «Μέλλοντος πρὸς Κύριον πορεύεσθαι τοῦ νέου ἡμῶν δευτέρου Μωϋσέως τοῦ ὁσιωτάτου ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ ἡγουμένου, [καὶ] κατὰ τὸν περυσινὸν χρόνον, παρίστατο αὐτῷ κλαίων ὁ ἀββᾶς Γεώργιος ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἴδιος αὐτοῦ ἀδελφός, λέγων· “ Ἰδοὺ ἀφίης με καὶ ὑπάγεις; Ἐγὼ ηὐχόμην ἵνα σὺ μὲ προπέμψῃς· οὐδὲ γάρ εἰμι ἱκανὸς [ἐγὼ] ἐκτός σου ποιμᾶναι τὴν συνοδίαν”» (κῶδ. Vat.gr.1524, φ51β). Ἡ λέξις ἐπίσκοπος ὑπάρχει καὶ σὲ ἀρκετοὺς ἀκόμη κώδικες (π.χ. Parisinus 914 καὶ 917), ἀλλὰ ἐλλείπει ἀπὸ ἄλλους (βλ. καὶ Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Γεώργιος ἡγούμενος Σινᾶ (β΄)», σελ. 104). Ἐξαιτίας τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς προέκυψε ἡ προαναφερθεῖσα (βλ. σημ. 5) ὑπόθεσις ὅτι ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἐγκατέλειψε τὴν ἡγουμενία πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, παραδίδοντάς την στὸν ἀββᾶ Γεώργιο.

[14] «Ὁ δὲ ἀρχιεπίσκοπος Πέτρος … πέμπει πρὸς τὸν Γέροντα γράμματα καὶ πρὸς τὸν ἐπίσκοπον Φαρὰν τὸν ἀββᾶν Φώτιον καὶ πρὸς τοὺς πατέρας τοῦ Σινᾶ, ἵνα τὸν ἀββᾶν [Γεώργιον] φέρωσιν πρὸς ἑαυτόν. … ἀπέστειλε τρεῖς Πρεσβυτέρους, τὸν ἀββᾶν Στέφανον τὸν Καππαδόκην τὸν μέγαν, καὶ τὸν ἀββᾶν Ζώσιμον (καὶ αὐτοῦ τὴν μνήμην πεποιήμεθα), καὶ τὸν ἀββᾶν Δουλκήτιον τὸν Ρωμαῖον, πρὸς τὸν Πατριάρχην· … Ἐπεδείκνυον δὲ καὶ τὰ γράμματα τοῦ Φαρὰν μαρτυροῦντα τούτοις ὅτι περὶ τὰ ο΄ ἔτη ἔχει ὁ Γέρων μὴ ἐξελθεῖν τοῦ ἁγίου ὄρους Σινᾶ» (Λειμωνάριον, κεφ. 127, PG87c-2989BC).

[15] Τὴν γνώμη αὐτὴν ἀκολουθεῖ –μεταξὺ πολλῶν ἄλλων– καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος στὸν Συναξαριστή του.

[16] Ἀκούγεται βεβαίως ὀλίγον ὑπερβολικὴ (δίχως νὰ ἀποκλείεται) ἡ διά τῆς βίας ἡγουμενοποίησις στὴν προχωρημένη ἡλικία τῶν 75 ἐτῶν. Πιὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι ἴσως νὰ θυμόμαστε ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτὴ ἦταν ἀναμενόμενη καὶ προσδοκώμενη ἀπὸ ὅλους τοὺς Σιναΐτες μοναχούς, καθὼς οἱ ἐντυπωσιακὲς σχετικὲς προφητεῖες συνόδευαν τὸν Ὅσιο ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας.

[17] Μήπως ὡστόσο ὁ Δανιὴλ ὅντως ἐννοεῖ τὴν ἐγκατάσταση τοῦ Ἁγίου στὸν Θωλᾶ κατὰ τὴν ἡλικία τῶν 35 ἐτῶν; Μήπως, συνεπῶς, προσμετρᾶ στὴν ἀναφερθεῖσα 40ετία καὶ τὸν χρόνο τῆς ἡγουμενίας, ὁρίζοντας τοιουτοτρόπως τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου στὴν ἡλικία τῶν 75 ἐτῶν; Δὲν εἶναι τελείως ἀπίθανο αὐτό, ἂν συνυπολογίσουμε ὅτι ἐνῶ μέχρι τὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Δανιὴλ καταγράφει λεπτομερῶς ὅλα τὰ ὁρόσημα στὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου («Ἓξ καίδεκα μὲν ἐτῶν που πέλων ὁ μακάριος» κατὰ τὴν προσέλευση, «μετὰ ἐννεακαιδεκαετῆ χρόνον» ἀποδημεῖ πρὸς Κύριον ὁ Γέροντάς του, «Θωλᾶς δὲ τοὔνομα τῷ χώρῳ, τεσσαράκοντα ἐκεῖ χρόνους διαπεράνας  ἀνολιγώρως»), γιὰ τὴν ἡγουμενοποίηση καὶ τὴν κοίμηση –καίτοι πιὸ πρόσφατες καὶ συνεπῶς πιὸ ἐξακριβώσιμες– γράφει γενικῶς: «Εἶτα ἀγάμενοι πάντες τὰ πάντα αὐτοῦ ἐν ἅπασι κατορθώματα, ὡς νεοφανῆ τινα Μωσέα βίᾳ ἐπὶ τὴν τῶν ἀδελφῶν ἡγεμονίαν ἀνεβίβασαν», καὶ «ἀποπεραίνει τὸ τοῦ ὁρωμένου βίου πέρας ἐν τῇ ὁδηγίᾳ τῶν Ἰσραηλιτῶν μοναχῶν».

[18] Ὡς στίγμα τοῦ ἰδίου ἡγουμένου Ἰωάννου (καὶ συνεπῶς τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος), θὰ πρέπει χωρὶς ἀμφιβολία νὰ θεωρηθεῖ καὶ ἡ ἐγχάρακτη κτιτορικὴ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τῆς δευτέρας πυλίδος τῆς ἀναβάσεως πρὸς τὴν ἀγία κορυφὴ τοῦ Χωρήβ: «Ὑπὲρ σωτηρίας τοῦ ἀββᾶ Ἰωάν[ν]ου τοῦ ἡγουμένου καὶ - - - -» (Ihor Ševčenko, The early period of the Sinai monastery in the light of its inscriptions, DOP no.20, 1966). Τὸ ὅλο ἔργο τῆς κλίμακας ἀνόδου καὶ οἱ δύο γρανιτένιες πυλίδες ποὺ τὴν ἐπιστέφουν χρονολογοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀρχαιολόγους κατὰ πᾶσα πιθανότητα στὰ τέλη τοῦ 6ου ἢ ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνος.

[19] Στὶς Διηγήσεις ἀναφέρεται «νοσοκομεῖο». Προφανῶς, στὶς μοναστικὲς συνθῆκες τοῦ Σινᾶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ δύο ἔννοιες νοσοκομεῖο καὶ γηροκομεῖο ταυτίζονταν.

[20] Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι ὁ Ἴσαυρος καταχωρεῖται σὲ περιστατικὸ ποὺ ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν λειτουργία τοῦ νοσοκομείου. Πάντως, τόσο στὴν ἀναφορὰ αὐτὴν ὅσο καὶ σὲ ἐκείνην τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἀφήνεται νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι Ἴσαυρος δὲν εἶναι τὸ ὄνομά του ἀλλὰ ἡ καταγωγή του. Ὁ V. Beneševič διατυπώνει τὴν εἰκασία ὅτι ὁ ἡγούμενος Λογγῖνος (βλ. παρακάτω, Τὸ Μωσαϊκὸ τῆς Μεταμορφώσεως) θὰ μποροῦσε νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴν Ἰσαυρία (ὅπου ἦταν σύνηθες τὸ ὄνομα αὐτό) καὶ νὰ εἶναι ὁ κτίτωρ τοῦ νοσοκομείου τῆς Μονῆς. Ὁ Πάπας δὲ ποὺ ἀπέστειλε τὴν χορηγία γιὰ τὴν ἀνίδρυση τοῦ νοσοκομείου θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁ Ἰωάννης Γ΄ (561-568). Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ τοῦ Beneševič, ἂν καὶ συνάδει καταπληκτικὰ μὲ τὴν δική μας χρονολόγηση τόσο τοῦ Μωσαϊκοῦ ὅσο καὶ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου, δὲν διαθέτει καμία ἄλλη τεκμηρίωση. (Βλ. V. Beneševič, Sur la date de la mosaique de la Transfiguration au Mont Sinai, Byzantion vol. 1, 1924, pp.145-172· ἐπίσης, Κ. Ἀμάντου, Σύντομος Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σινᾶ, Θεσσαλονίκη 1953, σελ. 13).

[21] Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς εἰσόδου τῆς Μονῆς («μετὰ τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς βασιλείας του [Ἰουστινιανοῦ]»), ποὺ χρονολογεῖται κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα. Ἂν καὶ δὲν γνωρίζουμε τὰ ἐρείσματά της, ἡ χρονολογία 557 μ.Χ. ταιριάζει μὲ ὅλα τὰ λοιπὰ ἱστορικὰ καὶ ἀρχαιολογικὰ δεδομένα.

[22] Ἐὰν ὄντως ἡ ταύτισις αὐτὴ εἶναι ὀρθή, ἔχουμε καὶ τὴν μοναδικὴ ἴσως μαρτυρία περὶ τῆς ἱερωσύνης τοῦ Ἁγίου μας, μὴ ἀπαραίτητης βέβαια γιὰ ἕναν Ἡγούμενο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προκαλεῖ ἀπορία ἡ παντελὴς ἀπουσία ὁποιασδήποτε σχετικῆς ἀναφορᾶς περὶ ἱερωσύνης, τόσο ἀπὸ τοὺς βιογράφους του Δανιὴλ καὶ Ἀναστάσιο, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐντὸς τῆς Κλίμακος. Θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον ἐὰν κάποτε ἀποδοθοῦν τεκμηριωμένα στὸν ὅσιο Ἰωάννη δύο ἀνεξάρτητες ἀναφορὲς σὲ κάποιον πρεσβύτερο Ἰωάννη: τὸν μεταφραστὴ τῆς Διηγήσεως τοῦ Ἀμμωνίου περὶ τῶν ἀναιρεθέντων Πατέρων καὶ τὰ δύο ἀπὸ τὰ τρία μονογράμματα στὴν μαρμάρινη πλάκα ποὺ ἐκάλυπτε τὰ ἱερά τους λείψανα. Ἡ πλάκα χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνος (βλ. Ševčenko, ὅ.π), καὶ τὸ πιθανὸ κείμενο ποὺ ὑποκρύπτουν τὰ μονογράμματα εἶναι: «ΠΡΕΣΒ(ΥΤΕΡῼ) ΙΩΑΝΝ(ῌ) · ΠΡΕΣ(ΒΥΤΕΡΟΥ) ΙΩΑΝΝΟΥ Η ΕΚΛΙΘΕΥΣΙΣ» ἢ «ΠΡΕΣΒ(ΥΤΕΡΟΣ) ΙΩΑΝΝ(ΗΣ) · ΠΑΡΑ ΠΡΕΣ(ΒΥΤΕΡΟΥ) ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΚΕΛΕΥΣΘΗ». Δὲν ἀποκλείεται νὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἀκόμη μαρτυρία τῆς στενῆς σχέσεως τῶν ἡγουμένων Σινᾶ καὶ Ραϊθοῦ, πολὺ ταιριαστὴ καὶ μὲ τὸ λογοπαίγνιο τοῦ ὁσίου Ἰωάννου στὴν Κλίμακα: «Ἰωάννης Ἰωάννῃ χαίρειν».

[23] Ὁ διαπρεπὴς καὶ ἐξαίρετος θεολόγος καὶ Μητροπολίτης Κάλλιστος Ware διαγιγνώσκει μιὰ τέτοια νύξη στὸ προαναφερθὲν ἐδάφιο τῆς §Ϛ4 (K. Ware, ὅ.π., σελ. 18-19). Θεωροῦμε τὸν συσχετισμὸ ὑπερβολικὸ καὶ τὴν τεκμηρίωση ἀνεπαρκῆ. Ὁ σεβαστός μας Ἐπίσκοπος, ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα διαδεδομένη ἄποψη τοῦ F. Nau, ἐκλαμβάνει ὡς δεδομένη τὴν χρονολόγηση τοῦ ὁσίου Ἰωάννου στὸν 7ο αἰῶνα καὶ ἐξ αὐτοῦ προσπαθεῖ νὰ ἀνιχνεύσει τὰ δογματικὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς στὴν θεολογία του, ὑποπίπτοντας ἀκουσίως σὲ «λήψη τοῦ ζητουμένου».


[i] Βλ. Ἱστορικὸ διάγραμμα τοῦ Σιναϊτικοῦ Μοναχισμοῦ καὶ Ἀρχιτεκτονικὴ τῆς Μονῆς.

[ii] Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἐπεξεργάζεται ἤδη τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῆς Κλίμακος. Κυκλοφοροῦν μὲ σχετικὰ εὔκολη πρόσβαση ἡ ἔκδοσις τοῦ J.P.Migne (Patrologiæ Græcæ, 1864, τ.88, 579-1248) καὶ τῆς Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου (11978). Ἡ ἀρίθμηση παραγράφων καὶ σελίδων τῆς Κλίμακος στὴν παροῦσα μελέτη παραπέμπει στὴν ἔκδοση Παρακλήτου, ἐνῶ, ὅπου εἶναι δυνατόν, παραθέτουμε τὸ ὑπὸ καταρτισμὸν κριτικὸ κείμενο.

[iii] Ἔχουν συμπεριληφθεῖ στὴν ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Θεοβαδίστου ὄρους Σινᾶ, Τὸ Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, Θεσσαλονίκη 1988. Γιὰ τὸ κείμενο τῶν Διηγήσεων ἀνατρέξαμε κυρίως στὸν κώδικα Vaticanus gr.1524, φφ. 42β–51β, τὸν ὁποῖο θεωροῦμε ἀξιοπιστότερο.

[iv] Τὸ Λειμωνάριον εἶναι συλλογὴ ἀπὸ ἱστορίες Μοναχῶν, ποὺ διαδραματίζονται στὶς περιοχὲς τῆς Παλαιστίνης, Συρίας, Κιλικίας, Αἰγύπτου καὶ Σινᾶ. Συνεγράφη ἀπὸ τὸν μοναχὸ Ἰωάννη Μόσχο ἢ Εὐκρατᾶ (†619 ἤ, κατ᾿ ἄλλους, 634), στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνος (μετὰ τὸ 614). Ἐξεδόθη στὴν Patrologiæ Græcæ τοῦ Migne, 1863 (τ.87c, 2843-), ἐνῶ τὰ περιστατικὰ ποῦ ἀφοροῦν τὸ Σινᾶ περιελήφθησαν στὸ Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ (ὅ.π).

[v] Γιὰ τὴν χρονολόγηση τῆς ἐν Σινᾶ παραμονῆς τους, βλ. Συγκλητικῆς Μοναχῆς, Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων καὶ ἡ συμβολή του στὴν Θεολογία, Διπλωματικὴ ἐργασία, Ἀθῆναι 2019· ἐπίσης, https://en.wikipedia.org/wiki/John_Moschus.

[vi] Γιὰ τὴν ἀπόδοση τῶν Ἐρωταποκρίσεων στοὺς ἱερομάρτυρα Ἀναστάσιο Β΄ Πατριάρχη Ἀντιοχείας τὸν Σιναΐτη (†609), Ἀναστάσιο Γ΄ Νικαίας καὶ Ἀναστάσιο πρεσβύτερο Σιναΐτη (β΄ ἥμ. 9ου αἰ.), βλ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Περὶ Ἀναστασίων Σιναῒτῶν, Θεσ/νίκη 1964, σελ. 150 κ.ἑ.

[vii] Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Γεώργιος Ἀρσελαΐτης Α΄», σελ. 94.

[viii] Βλ. Λειμωνάριον, κεφ. 127· ἐπίσης Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, «Γεώργιος ἡγούμενος Σινᾶ (α΄)», σελ. 102.

[ix] Γιὰ περισσότερα, βλ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Περὶ Ἀναστασίων Σιναῒτῶν, Θεσσαλονίκη 1964· ἐπίσης, Παναγιώτου Κ. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία Ε΄, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 196-225.

[x] Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Ἰωάννης ἡγούμενος Σινᾶ τῆς Κλίμακος», σελ. 140 κ.ἑ.

[xi] Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Γεώργιος Γαδημήτης», σελ. 98.

[xii] Κῶδιξ Vat.gr.1524, φ46β.

[xiii] F. Nau, Le texte grec des récits du moine Anastase sur les saints pères du Sinai, Oriens Christianus 2, Rome 1902· τοῦ ἰδίου, Note sur la date de la mort de s. Jean Climaque, Byzantinische Zeitschrift 11, Leipzig 1902.

[xiv] Γιὰ τὴν συζήτηση περὶ τῆς ἀκριβοῦς καταγραφῆς τῶν παραληπτῶν τῆς ἐπιστολῆς, βλ. Daniel F. Caner, History and Hagiography from the Late Antique Sinai, Liverpool University Press 2010.

[xv] Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Ἰωάννης Σαβαΐτης - Δ΄», σελ. 156.

[xvi] Γεροντικὸν τοῦ Σινᾶ, ὅ.π., «Ἰωάννης ἡγούμενος Σινᾶ τῆς Κλίμακος - Γ΄», σελ. 148· «Ἴσαυρος», σελ. 138.

[xvii] Βλ. Φωτίου Σωτ. Ἰωαννίδου, Γρηγόριος Μέγας Διάλογος καὶ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος - Παράλληλες ἀναγνώσεις στὴν σκιαγράφηση τοῦ Ποιμένα καὶ τοῦ ἔργου του, Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς - Τμῆμα Θεολογίας Α.Π.Θ., τόμ.12 [2002] σελ. 133-150.

[xviii] Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τ.Β΄, Ἀθῆναι 1963, σ.578. Ὁπωσδήποτε οἱ διαθέσιμες πληροφορίες εἶναι πενιχρές· διατηροῦμε μιὰ ἐπιφύλαξη γιὰ τὴν ἐγκυρότητα τῆς συγκεκριμένης χρονολογίας, τὴν ὁποία πάντως δέχεται καὶ ὁ Σάκκος (βλ. παραπάνω), καὶ ἀναμένουμε στὸ μέλλον ἡ ἔρευνα νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσει,. Περισσότερα βιβλιογραφικὰ στοιχεῖα βλ. Fabricius. Biblioth. Graeca. Ἔκδ. Harles. X. σελ. 610. LTK. I, Freiburg 1957, σελ. 492. Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια ΙΒ’ (1892) σελ.134 ΘΧΕ Α’ σελ.134.

[xix] Βλ. Μαρτζέλου Γεωργίου, Θεολογία καὶ πνευματικότητα στὴν Σιναϊτικὴ πατερικὴ Παράδοση, Ἐπιστημονικὴ ἐπετηρίδα Θεολογικῆς Σχολῆς, Τμῆμα Θεολογίας, τόμ. 12, Θεσσαλονίκη 2002.